Ο κλάδος του λιανικού εμπορίου, πριν ακόμα και από το ξέσπασμα της πανδημίας του COVID-19, βρισκόταν στο «μάτι του κύκλωνα» των μέγα τάσεων (mega-trends) της διεθνούς οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, οι διακυμάνσεις της ενεργού ζήτησης, οι ιδιαίτερα έντονες τάσεις της από-παγκοσμιοποίησης, η βίαιη ψηφιακή μετάβαση, η γήρανση του πληθυσμού αλλά και οι προκλήσεις της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της κλιματικής αλλαγής επιδρούν στην φυσιογνωμία και, κατ’ επέκταση, στη λειτουργία των εμπορικών επιχειρήσεων.

Μετά το ξέσπασμα της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, και ιδίως μετά την πανδημική κρίση, η ψηφιακή μετάβαση από μια σημαντική τάση φαίνεται πως μετατρέπεται σε μια κρίσιμη παράμετρο βιωσιμότητας των εμπορικών επιχειρήσεων. Η ψηφιοποίηση αποτελεί πλέον έναν από τους κορυφαίους μετασχηματισμούς επηρεάζοντας πληθώρα εκφάνσεων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής όπως η εκπαίδευση, οι τραπεζικές/χρηματοοικονομικές υπηρεσίες αλλά και το λιανικό εμπόριο. Γενικά το εμπόριο, ως κλάδος, επηρεάζει και επηρεάζεται από τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Από τη μια πλευρά προσφέρει στους καταναλωτές και σε άλλες επιχειρήσεις ψηφιακά προϊόντα και ψηφιακές υπηρεσίες επιταχύνοντας τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ενώ από την άλλη, επηρεάζεται από τα νέα καταναλωτικά πρότυπα τα οποία αναφέρονται άμεσα στην ψηφιοποίηση. Οι επιμέρους τάσεις που επιταχύνονται στον κλάδο του λιανικού εμπορίου είναι δομικού χαρακτήρα, καθώς μεταβάλλονται: α) οι επιχειρηματικές ευκαιρίες, β) τα επιχειρηματικά μοντέλα (business models), γ) οι μορφές εμπορίου, δ) οι συναλλακτικές διαδικασίες αλλά και ε) η φύση και ο ρόλος των τοπικών καταστημάτων.

Η ψηφιακή επανάσταση, η λεγόμενη «πλατφορμοποίηση» με τη χρήση τεχνολογιών Blockchain, edge computing, 5G και άλλες, αλλά και τα νέα καταναλωτικά πρότυπα που ευθυγραμμίζονται με αυτήν, μετατρέπουν τις τοπικές αγορές σε διεθνείς. Από την άλλη, παρότι μέχρι πρόσφατα λόγω και της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, η ψηφιοποίηση στο λιανικό εμπόριο ήταν συνυφασμένη με το ηλεκτρονικό εμπόριο, πλέον μοιάζει να το έχει ξεπεράσει. Η ψηφιοποίηση λόγω και της πανδημίας, ενεργοποιεί νέες επιμέρους τάσεις, που απομακρύνονται από το e-shop. Άλλωστε, οι κινητές συσκευές (smart-phones, tablets, smart-watches κλπ) μεταλλάσσουν τις καταναλωτικές πρακτικές ακόμα και εντός των φυσικών καταστημάτων. Πλέον τα φυσικά προϊόντα μετατρέπονται σε ψηφιακές υπηρεσίες, ακόμη και στην ένδυση – υπόδηση.

Τα social media μετασχηματίζουν τα καταναλωτικά πρότυπα, κυριαρχώντας στη Γενιά Ζ, ενώ οι ψηφιακές συσκευές και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων αποτελούν οργανικό μέρος της αγοραστικής διαδικασίας. Για παράδειγμα, ο τυπικός νέος καταναλωτής της Γενιάς Ζ αγοράζει άμεσα on-line, ενώ ο καταναλωτής της Γενιάς Υ αλλά και των προηγούμενων γενιών πιθανώς αναζητά πληροφορίες on-line και στη συνέχεια αγοράζει off-line σε κάποιο φυσικό κατάστημα. Αναπόφευκτα, οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν την καθημερινότητα των επιχειρήσεων, επιτείνουν την ανάγκη για αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων εμπόρων και εργαζομένων και δημιουργούν νέα πεδία ευκαιριών αλλά και ανταγωνισμού.

Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή αλλά και η πανδημία επιταχύνουν τη σημασία της βιωσιμότητας, επηρεάζοντας είτε άμεσα, είτε έμμεσα τις εμπορικές επιχειρήσεις. Πλέον, ένα μεγάλο μέρος των καταναλωτών ενδιαφέρεται για την προστασία του περιβάλλοντος αλλάζοντας τις καταναλωτικές του συνήθειες. Είναι χαρακτηριστικό πως το 65% των Γερμανών και των Βρετανών καταναλωτών δηλώνει ότι θα αγοράσει προϊόντα τα οποία διαρκούν περισσότερο, ενώ το 64% των Κινέζων καταναλωτών δηλώνει ότι σκέφτεται να προμηθευτεί περισσότερο φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα. Οι τάσεις αυτές αναμένεται να κυριαρχήσουν και στο ελληνικό αγοραστικό κοινό μιας και ο μέσος καταναλωτής στην Ελλάδα αναπτύσσει σταδιακά περιβαλλοντικές ανησυχίες. Στο επίπεδο αυτό, οι εμπορικές επιχειρήσεις καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες στρέφοντας την προσοχή τους στην κλιματική αλλαγή, τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση των περιορισμένων πόρων. Πάντως, η μόδα, που αποτελεί κεντρικό άξονα του κλάδου του λιανικού εμπορίου, ευθύνεται «μόνο» για το 4% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (greenhouse gas emissions). Ο πράσινος μετασχηματισμός των εμπορικών επιχειρήσεων αναμένεται να οξύνει τις αντιθέσεις εντός του κλάδου του λιανικού εμπορίου με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις να διαθέτουν ευκολότερη πρόσβαση στους πόρους σε σχέση με τις μικρότερες επιχειρήσεις.

Η ελληνική οικονομία γενικότερα, αλλά και οι εμπορικές επιχειρήσεις ειδικότερα, έχασαν μια δεκαετία προσαρμογής στις νέες τάσεις που κυριαρχούν στον κλάδο του λιανικού εμπορίου. Η πανδημία φώτισε τη σημασία αυτής της υστέρησης, οξύνοντας για πολλές ΜμΕ τις δυσμενείς επιπτώσεις της. Για όλο το διάστημα 2008-2017 το παραγωγικό κενό της οικονομίας, η μείωση της απασχόλησης αλλά και οι ελλιπείς επενδύσεις των επιχειρήσεων λόγω του περιορισμένου τζίρου, της αβεβαιότητας αλλά και της χρηματοδοτικής υστέρησης του ιδιωτικού τομέα δεν υποβοήθησαν τις επενδύσεις στην «ψηφιακή» και «πράσινη» μετάβαση της εμπορικής επιχειρηματικότητας.

Ενόψει των νέων δεδομένων και προκλήσεων, η δημόσια πολιτική θα πρέπει να εστιάσει στην υποστήριξη των επιχειρήσεων, ώστε να πραγματοποιήσουν αυτή τη διττή μετάβαση. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και η νέα προγραμματική περίοδος ΕΣΠΑ 2021-2027 μπορούν να συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή. Αυτό που απαιτείται είναι εκτεταμένη διαβούλευση και ένας οδικός χάρτης που θα θέσει στο επίκεντρο την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα ως πυλώνα ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής .

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στην εφημερίδα ΕΦΣΥΝ, 11/9/2021