Η 81η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ανοίγει τις πύλες για να υποδεχτεί εκθέτες και επισκέπτες και να αποτελέσει για ακόμα μία χρονιά σημείο αναφοράς για την οικονομική ζωή του τόπου. Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει ο Σεπτέμβριος, αρχίζουμε να καταγράφουμε τα οικονομικό δεδομένα της προηγούμενης χρονιάς – για να προβούμε στον απαραίτητο απολογισμό – και σχεδιάζουμε τις πρωτοβουλίες της επόμενης χρόνιας. Για την ακρίβεια προσπαθούμε να οραματιστούμε την μέλλουσα κατάσταση και να προσαρμόσουμε ανάλογα τις κινήσεις μας. Δυστυχώς η οχταετία της κρίσης καθιστά την εκάστοτε ΔΕΘ ως σημείο απολογισμού μίας οικονομίας σε διαρκή επιδείνωση και ο σχεδιασμός για το μέλλον ενίοτε φαντάζει μία αδιέξοδη προβολή ελπίδων για το μέλλον. Αυτό πρέπει να το αλλάξουμε – ή καλύτερα οφείλουμε να το αλλάξουμε.

Ο θεσμός των ΔΕΘ έχει 90 χρόνια ιστορία· αποτελεί δηλαδή μία πρωτοβουλία που παρακολουθεί με εντυπωσιακή διάρκεια και συνέχεια την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής αγοράς. Η πρώτη έκθεση διοργανώθηκε τον Οκτώβριο του 1926 από τον καθηγητή Νικόλαο Γερμανό, συμμετείχαν 600 εκθέτες – οι μισοί εκ των οποίων, προέρχονταν από το εξωτερικό – και είχε περίπου 150.000 επισκέπτες. Η Θεσσαλονίκη ήταν για πολλές δεκαετίες εμπορικό και οικονομικό κέντρο των Βαλκανίων και η διοργάνωση της ΔΕΘ ήταν μία συλλογική προσπάθεια των Θεσσαλονικέων να αποκαταστήσουν, έστω εν μέρει, αυτό το ρόλο της πόλης τους στην ευρύτερη περιοχή. Ταυτόχρονα βρισκόμαστε μόλις 4 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σε ένα περιβάλλον οικονομικής και πολιτικής αστάθειας, με τη χώρα να είναι έκθετη σε διαφόρων ειδών εξωτερικές μεταβολές – η κρίση του 1929 είναι το πιο ενδεικτικό παράδειγμα. Η Έκθεση κατανοείται ως ένα βήμα εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας αλλά και ως σημείο συνάντησης και συνεννόησης μίας βαθύτατα διχασμένης χώρας. Καθ’ όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου η Έκθεση πολλαπλασιάζει τους αριθμούς των εκθετών και των επισκεπτών – 2.500 εκθέτες και 300.000 επισκέπτες κατά τη δεκαετία του 1930 – ενώ αποτελεί σημαντικό σημείο αναφορά για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της πόλης και τη σύνδεσή της με το σύνολο της επικράτειας. Σε αυτήν την περίοδο αρχίζει να διαμορφώνεται και ο χαρακτήρας της ΔΕΘ ως «κατόπτρου» της ελληνικής οικονομίας και της αναπτυξιακής της προοπτικής.

Αυτός ο χαρακτήρας αναδεικνύεται έτι περαιτέρω και στη μεταπολεμική περίοδο. Το 1951 διοργανώνεται η 16η ΔΕΘ μέσα από τις «στάχτες» της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου και μετά από δεκαετή παύση, ερχόμενη να εκφράσει τη νέα αισιοδοξία της ελληνικής κοινωνίας για το οικονομικό της μέλλον με 550.000 επισκέπτες. Το 1954 οι επισκέπτες ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο. Στα περίπτερα της μεταπολεμικής ΔΕΘ αποτυπώνεται η αναπτυξιακή ταυτότητα της χώρας, η πολυπλοκότητα των διεθνών της σχέσεων, αλλά και η γενικότερη βούληση της χώρας να αφήσει πίσω της την περίοδο της καταστροφής και της ύφεσης. Τη δεκαετία του 1960 η ΔΕΘ καθίσταται και πολιτιστικό σημείο αναφοράς με την έναρξη της διοργάνωσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1960) αλλά και του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης (1962).  Τη δεκαετία του 1970 η ΔΕΘ ακολουθεί το κλίμα της Μεταπολίτευσης και το 1975 ο Κ. Καραμανλής εγκαινιάζει την πρακτική της απεύθυνσης στους «παραγωγικούς φορείς», η οποία γίνεται αντιληπτή και ως το βασικό στίγμα της εκάστοτε κυβέρνησης ως προς την οικονομική της πολιτική. Το 1977 δημιουργείται και η Εταιρεία HELEXPO – ΔΕΘ που αναλαμβάνει τη διοργάνωση της Έκθεσης και από το 1980 και έπειτα η Έκθεση σταδιακά χάνει το χαρακτήρα της ως πολιτικού γεγονότος και καθίσταται μία αμιγώς οικονομική δραστηριότητα, ενώ και η διάρκειά της μειώνεται αισθητά.

Για το ελληνικό εμπόριο είναι σχεδόν αυτονόητη η σημασία της διοργάνωσης της ΔΕΘ γιατί ακριβώς είναι ένας κομβικός σταθμός οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας, που λειτουργεί σαν αναπτυξιακός δείκτης και σαν πεδίο ενίσχυσης των δεσμών ανάμεσα στα μέλη της ελληνικής εμπορικής τάξης. Είναι ένα πεδίο ενίσχυσης της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας και της διεύρυνσης των οριζόντων της ελληνικής αγοράς. Είναι σημαίνον πολιτικό και κοινωνικό γεγονός· εκεί καταλαβαίνουμε τις οικονομικές προθέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και οπλιζόμαστε με ελπίδα – ενίοτε και με υπομονή – για το μέλλον. Από το 2010 και μετά οι διακηρύξεις των Πρωθυπουργών και των Αρχηγών της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης υπήρξαν μεγαλεπήβολες, ωστόσο οι πραγματικότητες της κρίσης διέλυσαν πολλά φιλόδοξα αφηγήματα και κατέστησαν – θέλουμε να πιστεύουμε – την πολιτική ελίτ της χώρας σοφότερη και ρεαλιστικότερη.

Τα προβλήματα – ειδικά για την αγορά και την ελληνική Μμε επιχειρηματικότητα – εξακολουθούν να υπάρχουν και να χρήζουν άμεσης θεραπείας. Αν στη 80η ΔΕΘ του 2015 το κλίμα καθοριζόταν από το σοκ των capital controls και την αβεβαιότητα της προεκλογικής εκστρατείας, φέτος πια είμαστε υποχρεωμένοι να ξεφύγουμε από την ευκολία των «φιλόδοξων» και γενικών εξαγγελιών και να δούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να δώσουμε βιώσιμες λύσεις στα προβλήματα των επιχειρήσεων. Η «καταιγίδα» των 23,3 δις ευρώ για φόρους το αμέσως επόμενο διάστημα, εκ των οποίων τα 3,344 δις ευρώ για την καταβολή του ΕΝΦΙΑ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για την ελληνική αγορά, καθώς η «φορο-καταιγίδα» απορροφά τα όποια κέρδη από τις εκπτώσεις του καλοκαιριού. Ταυτόχρονα, ακούμε για μακρόπνοα σχέδια για την «ανάπτυξη», χωρίς να υπάρχει ακόμα κάποιος συγκεκριμένος οδικός χάρτης που θα μας πείθει για το εάν και αυτό το «σχέδιο» θα παραμείνει «επί χάρτου» ή θα μπει σε μία τροχιά εφαρμογής. Είναι αναγκαίο η εφετινή ΔΕΘ να μην είναι διεκπεραιωτική και συνθηματολογική, αλλά πραγματικά να είναι η πρώτη χαραμάδα αισιοδοξίας μετά από οχτώ χρόνια κρίσης, όπως ήταν το 1926, το 1951 και το 1975. Θέλουμε πραγματικά να φανεί μπροστά η διέξοδος στη μεγάλη δυσχέρεια που βιώνουμε και θέλουμε ως Μμε επιχειρηματικότητα να μετάσχουμε στο έργο της αναπτυξιακής ανάκαμψης. Αρκεί να υπάρχει το σχέδιο, η πολιτική βούληση και οι προϋποθέσεις για τη βιώσιμη εφαρμογή του.

Η ΕΣΕΕ, όπως σε κάθε ΔΕΘ, θα κατέλθει στο δημόσιο διάλογο με πλήρες κείμενο θέσεων στο οποίο θα περιλαμβάνονται όλες οι απόψεις και οι προτάσεις του φορέα μας για την οικονομία, την ανάπτυξη και την απασχόληση. Ενόψει, ωστόσο, της εφετινής ΔΕΘ, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή των κυβερνώντων σε τρία αιτήματα τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν το γρηγορότερο δυνατό και σχετίζονται με την επιβίωση της Μμε επιχείρησης:

  • Tο πρώτο αίτημα αφορά στη θεσμοθέτηση και λειτουργία του ακατάσχετου «τροφοδότη λογαριασμού» δημοσίου και λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης. Πολύ συγκεκριμένα αναφερόμαστε στην παροχή δυνατότητας γνωστοποίησης ενός λογαριασμού σε πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος θα μπορεί, ακόμη και μετά την εντολή κατάσχεσης, να τροφοδοτεί τις βασικές λειτουργίες της επιχείρησης (πληρωμή: μισθοδοσίας, οφειλών προς το Δημόσιο – Ασφαλιστικά ταμεία, ενοικίων και προμηθευτών). Τη σύνδεση του εν λόγω λογαριασμού με τις εισπράξεις της επιχείρησης από χρήση πιστωτικών και χρεωστικών καρτών εκ μέρους των καταναλωτών. Τον καθορισμό ποσοστού, αναφορικά με το ύψος του ακατάσχετου ποσού, βάσει των απολογιστικών δεδομένων της οικονομικής λειτουργίας κάθε επιχείρησης.
  • Το δεύτερο αίτημα αφορά σε μία βελτιωμένη έκδοση της «βοήθειας» των 100 δόσεων για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία . Ζητούμενο θα πρέπει να είναι η άμεση αναστολή της ισχύος των δυσμενών προϋποθέσεων που άρχισαν να εφαρμόζονται από 1/7/2016 και κάνουν πιο εύκολη την απένταξη καθώς και η επαναφορά της ισχύος της ρύθμισης των 100 δόσεων μέχρι 31/12/2017. Η ΕΣΕΕ προτείνει την δημιουργία ειδικής επιτροπής στο Υπουργείο που θα κρίνει το βάθος της ευθύνης των οφειλετών για την απώλεια της ρύθμισης και θα αποφασίζει με ευρείες δυνατότητες και ελαστικά κριτήρια για την επανένταξή τους.
  • Το τρίτο αίτημα σχετίζεται με την ανάγκη υπογραφής μίας νέας συμφωνίας για την απασχόληση μεταξύ κοινωνικών εταίρων, Υπουργείου Εργασίας και του ΟΑΕΔ η οποία να διέπεται από την αρχή της εταιρικότητας και να εντάσσεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των ζητημάτων της αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού της χώρας με την παράλληλη στήριξη της επιχειρηματικότητας.

Τα 3 αιτήματα της ΕΣΕΕ συνιστούν και την αιχμή της παρέμβασής της, ενόψει και της εφετινής ΔΕΘ. Θεωρούμε και θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο πολιτικός/δημόσιος διάλογος γύρω τα οικονομικά θα αναπτυχθεί σε μία ρεαλιστική βάση και οι εξαγγελίες θα συνοδεύονται από οδικούς χάρτες. Η επανεκκίνηση της ανάπτυξης θα είναι μία δύσκολη, σύνθετη και απαιτητική διαδικασία, η οποία προϋποθέτει την επιβίωση της Μμε επιχειρηματικότητας.

 

Άρθρο προέδρου ΕΣΕΕ κ. Βασίλη Κορκίδη για τη Ναυτεμπορική στις 6 Σεπτεμβρίου 2016