Η σημασία της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας για την οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή της ελληνικής κοινωνίας θεωρείται αναμφισβήτητη, καθώς το 99,9% των επιχειρήσεων είναι μικρομεσαίες, οι οποίες απασχολούν το 86,9% των εργαζομένων και προσφέρουν το 73,2% της συνολικά προστιθέμενης αξίας. Ακόμη και μετά τις σημαντικές απώλειες που υπέστησαν από την αρχή της οικονομικής κρίσης, κατάφεραν να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία, αποδεικνύοντας στην πράξη το ειδικό βάρος τους σε εθνικό επίπεδο.

Η βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, μέσω της βελτίωσης βασικών μακροοικονομικών δεικτών, η συρρίκνωση της ανεργίας, η τόνωση της κατανάλωσης, η ενίσχυση της εξωστρέφειας και η αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών με εξαγωγικό προσανατολισμό αποτελούν κάποιες θετικές ενδείξεις για τη νέα μεταμνημονιακή εποχή. Το γεγονός, δε, ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε ένα νέο τοπίο με διευρυμένο το πεδίο ελευθερίας να προχωρήσει σε θεσμικές τομές, σε «βιώσιμες» μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία, προκαλεί αδιαμφισβήτητα ένα αίσθημα αισιοδοξίας. Ωστόσο, αυτό πολλές φορές επισκιάζεται από το γεγονός ότι η ανάκαμψη που διαφαίνεται παραμένει εύθραυστη σε μια ιδιαίτερα ευμετάβλητη παγκοσμιοποιημένη αγορά με αξιοσημείωτες συνέπειες στην ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Η επιδείνωση της κρίσης στις αναδυόμενες αγορές, η κρίση στην Ιταλία και την Τουρκία,  ο εμπορικός πόλεμος της ΕΕ με τις ΗΠΑ και η άνοδος των επιτοκίων από τη Fed είναι ορισμένοι από τους παράγοντες που διογκώνουν τους κινδύνους για τη χώρα μας και μειώνουν τις τιμές των εγχώριων ομολόγων.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως τους τρεις μεγαλύτερους φόβους για την επιχειρηματικότητα, πρώτον, τους όρους και τις συνθήκες ρευστότητας για την πραγματική οικονομία, δεύτερον, το εύρος της κατανάλωσης και τρίτον, την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών. Η περιορισμένη ρευστότητα και η δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα των ελληνικών ΜμΕ. Η δημιουργία Αναπτυξιακής Τράπεζας για τις ΜμΕ, η διαμόρφωση ευέλικτων τραπεζικών/εγγυοδοτικών προϊόντων που θα εστιάζουν στις ΜμΕ, η αναβάθμιση της συνεταιριστικής πίστης και η προώθηση της πολύ μικρής και μικρής χρηματοδότησης, όπως επίσης και η μετεξέλιξη του ΕΤΕΑΝ σε αναπτυξιακό φορέα αποτελούν μερικές από τις τεκμηριωμένες προτάσεις που έχουμε κατά καιρούς καταθέσει στα αρμόδια υπουργεία για τη την ενίσχυση της ρευστότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, έχουμε τονίσει πολλές φορές ότι καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το φορολογικό σύστημα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του εγχώριου φορολογικού πλαισίου είναι η ευμεταβλητότητα των διατάξεών του τόσο για τα φυσικά όσο και για τα νομικά πρόσωπα. Είναι επιτακτική ανάγκη για το σύνολο της οικονομίας να αποκτήσουμε ένα σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα μέσα στο οποίο θα μπορούν να αναπτυχθούν οι επιχειρήσεις. Είναι επιτακτική η ανάγκη να γνωρίζουν επιτέλους οι επιχειρηματίες μέσα σε ποιο οικονομικό περιβάλλον θα δραστηριοποιηθούν σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα γνωρίζοντας εκ των προτέρων τους κανόνες της αγοράς. Να σταματήσουν να γίνονται αποδέκτες ανατροπών και εκπλήξεων, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αναδρομικές και δυσάρεστες. Η οικονομική σταθερότητα θα πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα έτσι ώστε να μπορέσει η χώρα μας να επιστρέψει σε μια «κανονικότητα».

Το εύρος της κατανάλωσης είναι ένας ακόμη προβληματισμός για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Συνδέεται, μάλιστα, άμεσα με τη συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα για τον κατώτατο μισθό. Η ΕΣΕΕ έχει υποστηρίξει ότι για το σύνολο της οικονομίας, μια αύξηση 5% στον κατώτατο μισθό συνεπάγεται 26 εκατ. ευρώ εισροές στα ασφαλιστικά ταμεία και 53 εκατ. περίπου αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η οριακή ροπή για κατανάλωση προσεγγίζει τη μονάδα στα πολύ χαμηλά εισοδήματα, τα 53 αυτά εκατ. ευρώ θα επανακυκλοφορήσουν στην αγορά τονώνοντας τον κύκλο εργασιών και την ενεργό ζήτηση. Παράλληλα, η αύξηση του εισοδήματος δύναται να ενέχει σημαντικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην οικονομία, καθώς όταν η οριακή ροπή για κατανάλωση κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, μια αύξηση ζήτησης μπορεί να ενεργοποιήσει περαιτέρω αυξήσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Ο κρισιμότερος, ωστόσο, φόβος όλων είναι η πολιτική αβεβαιότητα που εκ των πραγμάτων υπάρχει σήμερα εξαιτίας των επικείμενων ευρωπαϊκών και εθνικών εκλογών. Οι επιχειρήσεις, όμως, χρειάζονται τόσο οικονομική όσο και πολιτική σταθερότητα για να λειτουργούν εύρυθμα έχοντας τη δυνατότητα να υλοποιούν απρόσκοπτα τον σχεδιασμό τους. Έτσι, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει το επόμενο εκλογικό αποτέλεσμα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας τίθεται σε αναμονή.