* Ποια είναι η εικόνα της αγοράς σήμερα κ. Καρανίκα; Η κατάστασή της αντανακλά κάποια ψήγματα βελτίωσης, σε τι φάση βρίσκεται;

– Τα μακροοικονομικά δεδομένα δείχνουν μεν ότι η χώρα έχει εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης, ωστόσο οι θετικές μεταβολές δεν έχουν γίνει ακόμη αισθητές στην πραγματική οικονομία. Η επιχειρηματικότητα σήμερα ουσιαστικά βρίσκεται μετέωρη ανάμεσα στο χθες των μνημονίων και το αύριο μιας εύθραυστης ανάπτυξης. Στο σύνολό τους οι εμπορικές επιχειρήσεις παρουσίασαν το πρώτο τρίμηνο του έτους μία ελαφριά αύξηση τζίρου, που όμως κατευθύνεται κυρίως στις πολύ μεγάλες και τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τα όποια οφέλη της οικονομικής ανάκαμψης να μην φθάνουν στη μικρομεσαία επιχείρηση. Το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό: Η περιορισμένη επενδυτική δυναμική, το brain drain, η υψηλή, παρά τη σημαντική πτώση της, ανεργία, η περιορισμένη πρόσβαση στη ρευστότητα, η υποχρέωση επίτευξης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022, λειτουργούν ανασταλτικά στην προσπάθεια οικονομικής μεγέθυνσης. Επιπλέον το 2019 είναι ένα έτος με πολλές εκλογικές αναμετρήσεις και όλοι ξέρουμε ότι η πολιτική πόλωση επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία των καταναλωτών. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι όλα τα πολιτικά κόμματα θα λάβουν σοβαρά υπόψη τους και αυτή την παράμετρο, για να έχουμε τις λιγότερες δυνατές παρενέργειες στην πραγματική οικονομία.

 

* Είστε αισιόδοξος, μπορεί να επουλώσει τις πληγές της πολυετούς κρίσης το ελληνικό εμπόριο; Το γεγονός ότι έχει χαθεί από την αγορά ένα μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ταυτόχρονα η «ψαλίδα» υπέρ των μεγάλων έχει ανοίξει, σας ανησυχεί;

– Σίγουρα βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο, όπου μπορούμε μόνο να είμαστε «επιφυλακτικά αισιόδοξοι». Η μεταμνημονιακή περίοδος δεν είναι ίδια για όλους στην αγορά. Πολλές επιχειρήσεις έβαλαν «λουκέτο», αλλά ακόμα περισσότερες αντιστάθηκαν επιτυχώς στις ισχυρότατες οικονομικές πιέσεις και στην καθήλωση του τζίρου τους. Και αυτό είναι μια απόδειξη εξαιρετικής ανθεκτικότητας, πάνω στην οποία μπορούμε να οικοδομήσουμε το αύριο του επιχειρείν. Πολύτιμη είναι και η ίδια η εμπειρία της κρίσης, μέσα από την οποία αναδείχθηκαν τα λάθη και οι ελλείψεις των επιχειρήσεων που ρίχτηκαν απροετοίμαστες σε έναν οικονομικό πόλεμο, χωρίς τα κατάλληλα «όπλα» στη φαρέτρα τους. Αυτό που προέχει τώρα είναι η γρήγορη προσαρμογή των επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες της αγοράς και στις αυξημένες απαιτήσεις των καταναλωτών, με ενσωμάτωση καινοτόμων λύσεων και σύγχρονη μηχανοργάνωση στη λειτουργία τους, με μεγαλύτερη εξωστρέφεια και συμμετοχή στο ηλεκτρονικό εμπόριο και με προσφορά ποιοτικών προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Εφόσον και η Πολιτεία βάλει την επιχειρηματικότητα στην «καρδιά» του αναπτυξιακού της σχεδιασμού θα μπορούμε να μιλάμε όχι για τις πληγές της κρίσης αλλά για τις ευκαιρίες της επόμενης μέρας. Τότε θα είμαστε σε θέση να προσδοκούμε και την ανάκτηση από την ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση του μεριδίου της αγοράς που τα προηγούμενα χρόνια «άλλαξε χέρια» και τώρα το καρπώνονται οι πολυεθνικοί κολοσσοί και λίγες εγχώριες μεγάλες επιχειρήσεις.

 

* Ποια είναι τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο εμπορικός κόσμος; Ποιες είναι οι παθογένειες που πλήττουν την επιχειρηματικότητα; Πώς τις ιεραρχείτε;

– Η εμπορική δραστηριότητα αποτελεί πάντα τον καθρέπτη της ελληνικής οικονομίας γι’ αυτό πάνω της αντανακλώνται οι μακροοικονομικές ανισορροπίες και οι δομικές στρεβλώσεις του ελληνικού κράτους που οξύνθηκαν ιδιαίτερα λόγω της παρατεταμένης κρίσης. Ο ‘Έλληνας επιχειρηματίας παλεύει καθημερινά να βγει αλώβητος ανάμεσα στις «συμπληγάδες» της γραφειοκρατίας, της υπερφορολόγησης, της υπερχρέωσης, της αδυναμίας πρόσβασης στη ρευστότητα και του υψηλού μη μισθολογικού κόστους.

Η ίδρυση της Αναπτυξιακής Τράπεζας, την οποία επιδίωξε η ΕΣΕΕ και δρομολογήθηκε πρόσφατα, προσδοκούμε ότι θα συμβάλει στο να δοθούν ενέσεις ρευστότητας στις επιχειρήσεις, με αξιοποίηση σύγχρονων χρηματοδοτικών εργαλείων. Είναι όμως αδήριτη ανάγκη να προχωρήσει άμεσα η κυβέρνηση στη δημιουργία του ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού. Διότι θα πρέπει να μπορεί ένας έμπορος που βρέθηκε σε αδυναμία να καλύπτει τις άμεσες υποχρεώσεις του, ώστε να μπορεί να λειτουργεί την επιχείρησή του. Πολλά είναι αυτά που πρέπει να γίνουν και στην πάταξη των αθέμιτων πρακτικών, όπως είναι το παραεμπόριο και το λαθρεμπόριο, που πλήττουν σημαντικά τα έσοδα του κράτους και των επιχειρήσεων, αλλά και την ποιότητα των προϊόντων που φθάνουν στα χέρια των καταναλωτών. Όσο για τους υπέρογκους φόρους και εισφορές, είναι ξεκάθαρο πως αποτρέπουν τόσο την ανάληψη υψηλού επενδυτικού ρίσκου όσο και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

 

* Σας προβληματίζει η πορεία των εκπτώσεων; Τακτικές, ενδιάμεσες, δεκαήμερα προσφορών εναλλάσσονται αδιαλείπτως όλο τον χρόνο. Δεν απαξιώνεται έτσι ο θεσμός, βοηθούν τελικά στην κίνηση, πόσο συμφέρουν τον καταναλωτή;

– Σε ό,τι αφορά στις εκπτώσεις, οι θέσεις μας είναι σαφείς: Ο θεσμός έχει υποβαθμιστεί τα τελευταία χρόνια μέσα από την συνεχή υλοποίηση «παράλληλων» δράσεων, όπως είναι οι συνεχείς εκπτωτικές πρακτικές, οι προσφορές και οι προωθητικές ενέργειες. Οι τακτικές εκπτώσεις θεσμικά εξυπηρετούν ένα και μόνο σκοπό: τη ρευστοποίηση των εμπορευμάτων λόγω τέλους εποχής και ενόψει της νέας σεζόν. Η διαδικασία αυτή είναι πολύ σημαντική για την κάθε εμπορική επιχείρηση, δεδομένου ότι συνιστά μόνιμη και σταθερή –ίσως και τη μοναδική- πηγή χρηματοδότησης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενόψει της παραλαβής των νέων εμπορευμάτων. Η ΕΣΕΕ έχει κάνει την αποτίμηση των ενδιάμεσων εκπτώσεων που είναι μηδενική, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι προκαλούν ζημιά και σύγχυση στον θεσμό γενικώς και θεωρεί ότι έχει πείσει το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης ότι πρέπει να καταργηθούν, κάτι που περιμένουμε άμεσα.

 

* Υπάρχει και το θέμα των Κυριακών. Το οποίο δεν αφορά μόνο στους εμπόρους, αλλά και στους εργαζόμενους. Για την ώρα υπάρχουν οκτώ θεσμοθετημένες Κυριακές που μπορούν να ανοίγουν τα καταστήματα. Δεν είναι πολλές; Ένα μεγάλο ποσοστό εμπόρων υποστηρίζει πως οι δύο Κυριακές του Δεκεμβρίου και αυτή των Βαΐων αρκούν…

– Πέραν των δύο τελευταίων Κυριακών του χρόνου, όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη να λειτουργήσουν τα καταστήματα σε όλη την Ελλάδα, είναι γεγονός ότι, κυρίως λόγω της τουριστικής κίνησης, υπάρχουν επιπρόσθετες ανάγκες και σε πολλές περιοχές της χώρας, που έχουν τις δικές τους ιδιομορφίες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η θέση της ΕΣΕΕ είναι πάγια και σταθερή: Ο καθορισμός επιπλέον Κυριακών πρέπει να εναπόκειται αποκλειστικά και μόνο στις τοπικές κοινωνίες. Ο αντιπεριφερειάρχης αποφασίζει, αφού σταθμίσει τις ανάγκες της τοπικής αγοράς και αφού συνεργαστεί με τον Εμπορικό Σύλλογο. Αυτό το μοντέλο είναι το μόνο που μπορεί να διασφαλίσει τόσο ίσες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων όσο και την ανταπόκριση στις πρόσθετες ανάγκες των καταναλωτών, όπου απαιτείται.

Ειδικά σε ό,τι αφορά στον χαρακτήρα της ημέρας, που αφορά τόσο στους εμπόρους όσο και στους εργαζόμενους, η θέση μας είναι επίσης σαφής και συμπίπτει με αυτήν του ΣτΕ: Η αργία της Κυριακής είναι ξεχωριστή, εξαιρετικά σημαντική για την ανάπτυξη της προσωπικής, οικογενειακής και κοινωνικής ζωής του καθενός από εμάς και ως τέτοια πρέπει να διαφυλαχθεί.

 

* Με δεδομένο ότι το εμπόριο αποτελεί τον κυρίαρχο κλάδο της οικονομικής δραστηριότητας ενός τόπου, δεν θα έπρεπε να έχει ξεκινήσει από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς σε συνεργασία με την Πολιτεία μια γενικότερη συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής αγοράς και την ορθή πορεία προς την ανάπτυξη;

– Έχουμε πολλάκις εκφράσει τη θέση μας ως ΕΣΕΕ, πως η κυβέρνηση και κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, να συζητήσουν και να συμφωνήσουν στην εθνική αναπτυξιακή στρατηγική που θα αναδεικνύει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας. Στη συνέχεια αυτή η εθνική πρόταση θα πρέπει να τεθεί υπόψη των εταίρων μας στην Ε.Ε, στο πλαίσιο της οποίας θα επιδιωχθεί η υιοθέτηση μέτρων επιτάχυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, όπως με την άρση περιορισμών και την ενίσχυση της εξωστρέφειας των κορυφαίων ελληνικών προϊόντων. Και φυσικά η αναπτυξιακή στρατηγική θα πρέπει ξεκάθαρα να στηριχτεί στις υγιείς δυνάμεις της οικονομίας, στον κορμό της, δηλαδή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

 

* Βρεθήκατε στη Λάρισα κ. πρόεδρε προ ημερών με την ευκαιρία της Γ.Σ. του Εμπορικού Συλλόγου. Η εικόνα της απουσίας των μελών καταφανέστατη και προφανώς δεν είναι χαρακτηριστικό του τοπικού σωματείου. Με τέτοιες εικόνες, εκτιμάτε πως το εμπόριο είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της επόμενης ημέρας και να δώσει το στίγμα μιας νέας προοπτικής;

– Η απογοήτευση είναι απότοκος της κρίσης, αλλά δεν πρέπει να την αφήσουμε να μας καταβάλλει, τώρα που βήμα – βήμα μπορούμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για αλλαγή σελίδας στην οικονομία και το εμπόριο. Είναι αλήθεια πως η συνδικαλιστική πυκνότητα του φορέα μας πρέπει να αυξηθεί. Θα πρέπει όλοι οι εμπορικοί σύλλογοι της χώρας να εργαστούν συστηματικά και με συνέπεια, να κινητοποιήσουν περισσότερο τις τοπικές εμπορικές εφεδρείες και να εγγράψουν νέα μέλη. Μόνο με τη συσπείρωση των μικρομεσαίων εμπόρων γύρω από τις οργανώσεις τους μπορούμε να αναμένουμε το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα στις διεκδικήσεις μας για μείωση φόρων και εισφορών, γρηγορότερη απονομή της δικαιοσύνης, χαμηλότερο κόστος δανειοδότησης και τόσα άλλα προστάγματα που θέτει η ΕΣΕΕ στις παρεμβάσεις της προς την Πολιτεία. Πρόσφατα πετύχαμε για πρώτη φορά την προστασία της πρώτης κατοικίας του μικρομεσαίου επιχειρηματία, ενώ οι προτάσεις μας ελήφθησαν υπόψη στις ρυθμίσεις των οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η συμμετοχή του κάθε έμπορου ξεχωριστά δυναμώνει τη φωνή της ΕΣΕΕ στην προσπάθειά της να αναδείξει το εμπόριο και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα ως τον σημαντικότερο βραχίονα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

 

Συνέντευξη του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» της Λάρισας – 21/4/2019