Οι αλληλοτροφοδοτούμενες κρίσεις – ενεργειακή και πληθωριστική – που κρατούν «ομήρους» την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία θα συνεχίσουν από ό,τι φαίνεται για αρκετούς μήνες να ταλαιπωρούν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Χωρίς αμφιβολία, τόσο στην Ελλάδα οι εξαγγελίες των 5,5 δις ευρώ του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, όσο και το σχέδιο παρεμβάσεων για όλη την Ευρώπη της τάξης των 173 δις ευρώ που ανακοίνωσε η Κομισιόν, έχουν στόχο να μειώσουν τους κραδασμούς από τις αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος στα πιο ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας κρατώντας, παράλληλα, δημοσιονομικές «εφεδρείες», ώστε ανάλογα με την εξέλιξη στο ενεργειακό μέτωπο να διοχετεύσουν στοχευμένα, όποτε χρειαστεί, έκτακτη ρευστότητα.

Ειδικά στην Ελλάδα, η κυβέρνηση επέλεξε να βοηθήσει συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες με «ενέσεις ρευστότητας» και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία κυρίως προς τους νέους, όμως η ωρίμανση και απόδοση των περισσότερων μέτρων θα φανεί από την 1η Ιανουαρίου και μετά. Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση του εισοδήματος των νοικοκυριών αναμένεται εμμέσως ότι θα ωφελήσει και την αγορά και, ειδικότερα, τις εμπορικές επιχειρήσεις. Θα είναι αυτή η ωφέλεια αρκετή για να μην αντιμετωπίσουν οι ευάλωτες επιχειρήσεις αυξημένους κινδύνους βιωσιμότητας, ιδιαίτερα οι πολύ μικρές και μικρές εμπορικές ΜμΕ στις περιοχές που δεν είδαν «φως» από τον τουρισμό; Διατυπώνοντας διαφορετικά το ερώτημα, φθάνουν αυτές οι ενισχύσεις προς τα νοικοκυριά για να συντηρηθεί η αγοραστική τους δύναμη σε ένα βαθμό ικανοποιητικό ώστε τους πιο κρύους μήνες να μην περιορίσουν τις αγορές τους αποκλειστικά σε είδη πρώτης ανάγκης; Δύσκολο να απαντήσει κανείς με βεβαιότητα, όταν ακόμη και ισχυρότερες οικονομίες ευρωπαϊκών χωρών, προετοιμάζουν τους πολίτες τους για τον πιο δύσκολο χειμώνα «εδώ και δεκαετίες».

Γενικά, οι μικρομεσαίες – αλλά και οι μεγαλύτερες –ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις, αναμένουν τις εξελίξεις και σε άλλα δύο ανοιχτά «μέτωπα» για να μπορέσουν, συνδυαστικά, να εκτιμήσουν τις αντοχές τους έως και την Άνοιξη του 2023: Πρώτον, στο μέτωπο του πληθωρισμού: Θα υπάρξει αποκλιμάκωση μετά την άνοδο των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Μήπως θα αποφασισθούν και άλλες αυξήσεις στο κόστος χρήματος όπως εκτιμούν οικονομικοί αναλυτές; Και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στους δανειολήπτες – επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς και στο επενδυτικό κλίμα; Μήπως μπουν στον «πάγο» κάποιες επενδύσεις μέχρι να περάσει η μπόρα; Δεύτερον, στο μέτωπο του πολέμου: Πως θα εξελιχθεί η ρωσουκρανική σύρραξη που συνδέεται άμεσα με το «άνοιξε – κλείσε» της κάνουλας του φυσικού αερίου από τη ρωσική ηγεσία;

Είναι σίγουρο πως ο φόβος δεν βοηθά την επιχειρηματικότητα. Ο εμπορικός κόσμος στη χώρα μας το εμπέδωσε στην πανδημία, και πριν προλάβει να ανακάμψει… φοβάται τον εκ νέου φοβισμένο καταναλωτή. Γι αυτό και η ΕΣΕΕ επιμένει πως το ελληνικό εμπόριο χρειάζεται στήριξη, με τη θέσπιση ενός ειδικού προγράμματος επιχορηγήσεων και χαμηλότοκων δανείων καθώς και τη παροχή κινήτρων για τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό των εμπορικών επιχειρήσεων, που κινδυνεύουν να μείνουν… στο ράφι, μπροστά στην επαπειλούμενη νέα μείωση της ρευστότητας. Ζητάμε επιπλέον, έστω και τώρα τη θεσμοθέτηση του ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού, μέτρο που δεν έχει δημοσιονομικό κόστος. Και ευελπιστούμε ότι η πλήρης κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, αίτημα δίκαιο όλων των επιχειρήσεων και των ελεύθερων επιχειρηματιών, θα γίνει πράξη το συντομότερο δυνατό.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στην εφημερίδα Deal News, 16/9/2022