Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό δεν είναι πρόσφατη αλλά συνοδεύει την «οικονομία της αγοράς» από τη γέννηση της μέχρι και σήμερα. Η έννοια του κατώτατου μισθού, ως τα ελάχιστα αναγκαία εφόδια για την αναπαραγωγή του εργαζόμενου, εμφανίζεται ήδη από την προϊστορία της οικονομικής επιστήμης, δηλαδή στα εμποροκρατικά κείμενα της μερκαντιλιστικής περιόδου. Σημαντικοί εμποροκράτες οικονομολόγοι, όπως οι William Petty (1623-1687) και Josiah Tucker (1713-1799), σημείωναν πως ο πραγματικός μισθός θα πρέπει να είναι χαμηλός ώστε να είναι χαμηλή η τιμή των προϊόντων της χώρας και να κατορθώνει αυτή να αποκομίζει εμπορικά πλεονάσματα και ταμειακά οφέλη μέσω μιας επιθετικής πολιτικής διεθνούς εμπορίου. Από την άλλη πλευρά, άλλοι εμποροκράτες, όπως o James Stuart (1707-1780), επισήμαναν τη σημασία μιας αύξησης του μισθού πέρα από το ελάχιστο όριο επιβίωσης ώστε να υπάρξει αύξηση της ζήτησης και συνακόλουθα τόνωση τόσο της απασχόλησης, όσο και της παραγωγής.

Σε ένα παράλληλο επίπεδο οι Dudley North (1641-1691) και David Hume (1711-1776) σημείωναν πως ένας (κάπως) υψηλότερος μισθός συνιστά κίνητρο για μια αυξημένη καταβολή εργασίας. Τέλος, αυτά την περίοδο της κλασικής περιόδου της πολιτικής οικονομίας, οι Adam Smith (1723-1790), David Ricardo (1772-1823), John Stuart Mill (1806-1873) και Karl Marx (1818-1883) σημείωναν πως ακόμα και ο φτωχότερος εργάτης θα πρέπει να λαμβάνει μια κατώτατη αμοιβή κάτω από το όριο της οποίας δεν μπορεί να κινηθεί ο μισθός. Σήμερα, 130 περίπου χρόνια μετά την θέσπιση του από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO) o κατώτατος μισθός ισχύει για το 92% των χωρών μελών του ILO.

Ο προσδιορισμός του κατώτατου μισθού υπόκειται σε μια σειρά από παράγοντες που επιδρούν στην διαμόρφωση του. Για παράδειγμα, το επίπεδο οικονομικής μεγέθυνσης, η διάρθρωση της παραγωγικότητας, το επίπεδο της απασχόλησης αλλά και το ύψος του γενικού επιπέδου τιμών είναι στοιχεία που επηρεάζουν τις μεταβολές του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου. Η ευαισθησία σημαντικών μακροοικονομικών μεγεθών στις μεταβολές του κατώτατου μισθού (π.χ. ελαστικότητα του κατώτατου μισθού) αποτελεί πάντα σημείο διαφωνιών μεταξύ των οικονομολόγων. Επίσης, η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει αρνητικά την δομή του κόστους των επιχειρήσεων μιας και λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στα κόστη της (βλ. εργοδοτικές εισφορές, εισφορές υπέρ ΟΑΕΔ κ.λπ.). Ειδικά για την ελληνική οικονομία, ο αριθμός των εργαζομένων που λαμβάνει έως 700 ευρώ μειώθηκε το οριακά το 2021 σε σχέση με το 2020 (από το 35.1% το 2020 στο 33.9% το 2021) παραμένοντας όμως εξαιρετικά υψηλό.

Σήμερα, η αλήθεια είναι, ότι η ελληνική οικονομία λόγω της «Ουκρανικής κρίσης» και της κρίσης στο ενεργειακό κόστος, βιώνει μια σημαντική πίεση λόγω των πληθωριστικών πιέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τα δεδομένα του Φεβρουαρίου καταγράφεται αύξηση των τιμών της τάξης του 7.2%, γεγονός που ασκεί σημαντική πίεση στα νοικοκυριά και της επιχειρήσεις. Μάλιστα, η αύξηση αυτή αφορά βασικές κατηγορίες αγαθών όπως η στέγαση (ενοίκια κατοικιών, ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο και πετρέλαιο θέρμανσης) που οι τιμές αυξάνονται κατά 25.4%, οι μεταφορές που οι τιμές μεγεθύνονται 12.2% και τα είδη διατροφής 7.1% γεγονός που τεκμηριώνει την σημαντική συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Αναμφίβολα η συρρίκνωση αυτή ενδέχεται να μεταφραστεί σε αυξημένη υλική στέρηση οξύνοντας τον κίνδυνο φτώχειας. Ήδη από το 2020, το βάθος (χάσμα) του κινδύνου φτώχειας αυξήθηκε μεταξύ του 2019 και 2020, από το 27% στο 27.3%. Άλλωστε, ήδη από το 2020, δηλαδή πριν από την εντυπωσιακή αύξηση του πληθωρισμού, η μέση ετήσια δαπάνη μειώθηκε το 2020 κατά -10% προσεγγίζοντας τα 15.982 ευρώ.

Στο επίπεδο αυτό, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, και ο κίνδυνος φτωχοποίησης αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά ιδίως τις μικρές επιχειρήσεις που προσφέρουν προϊόντα ελαστικής ζήτησης. Η ακρίβεια αναμένεται να μειώσει τον κύκλο εργασιών των εμπορικών επιχειρήσεων που προσφέρουν είδη ένδυσης – υπόδησης, οικιακού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού κ.λπ. μετά από τη διττή (δημοσιονομική & υγειονομική) υπερδεκαετή κρίση. Συναφώς, όπως έδειξε και το υπόμνημα τοι ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να καλύψει την αύξηση στο γενικό επίπεδο τιμών προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της αγοράς αλλά και η κοινωνική συνοχή. Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού θα πρέπει να γίνεται απευθείας από τους κοινωνικούς εταίρους (εργοδότες και εργαζόμενους) μιας και όπως έχει δείξει η πρόσφατη οικονομική ιστορία ο συγκεκριμένος τρόπος προσδιορισμού ελαχιστοποιούσε τις αναταράξεις στην παραγωγική διαδικασία.

Κατώτατος μισθός άγαμου, νεοεισερχόμενου στην αγορά εργασίας και συνολική επιβάρυνση επιχείρησης μέχρι το Μάιο 2022 (αναγωγή σε 12μηνιαία βάση υπολογισμού).

Ανά Μήνα      Ανά Έτος
1. Συνολική επιβάρυνση επιχείρησης 947,8 € 11.373,6 €
(-) Εργοδοτικές εισφορές 174,3 € 2.091,6 €
2. Μεικτές αποδοχές μισθωτού

(κατώτατος μισθός *14/12)

773,5 € 9.282,0 €
(-) Εισφορά εργαζομένου σε ΙΚΑ 109,2 € 1.310,4 €
3. Φορολογητέο Εισόδημα μισθωτού 664,3 € 7.971,6 €
(-) Φόρος εισοδήματος 0 € 0 €
4. Καθαρές αποδοχές  μισθωτού 664,3 € 7.971,6 €
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων ΙΝΕΜΥ/ΕΣΕΕ 

Άρθρο του Οικονομικού Αναλυτή του ΙΝΕΜΥ/ΕΣΕΕ Δρ. Μανώλη Μανιούδη στο Περιοδικό Epsilon 7, 15/4/2022