Είναι γεγονός ότι η πανδημία της Covid-19 επέφερε σημαντικές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία, με μια σειρά από κλάδους να δέχονται εξαιρετικά ισχυρούς κλυδωνισμούς, οι οποίοι μεταφράστηκαν για τις επιχειρήσεις σε χαμηλότερα έσοδα, μειωμένες θέσεις εργασίας και λιγότερες επενδύσεις. Η σταδιακή ανάκτηση της οικονομικής δραστηριότητας, δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, συνεπάγεται μια δεύτερη σειρά αναταράξεων που σχετίζονται με την αύξηση του ενεργειακού και του μεταφορικού κόστους.

Στο πλαίσιο αυτής της παρατεταμένης αναταραχής, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) καλούνται να επιβιώσουν σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, βελτιώνοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά τους. Βέβαια, η κυριότερη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του διττού στόχου είναι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η οποία, ειδικά για τις ελληνικές ΜμΕ, αποτελεί, πέραν των άλλων, τροχοπέδη του μετασχηματισμού τους. Στο πλαίσιο αυτό, η συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Fund) αποτελεί κρίσιμη πλατφόρμα για τη στήριξη των επιχειρήσεων και των εργαζομένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το ελληνικό σχέδιο περιλαμβάνει 106 επενδυτικά σχέδια και 68 μεταρρυθμίσεις ύψους 30,5 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 17,77 δισ. αναμένεται να δοθούν με τη μορφή επιδοτήσεων (grants) και τα 12,73 δισ. με τη μορφή δανείων μέσα από το τραπεζικό σύστημα. Περισσότεροι από τους μισούς πόρους του ταμείου αφορούν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (37,5%) και τον ψηφιακό μετασχηματισμό (23,3%). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι πόροι του Ταμείου αναμένεται να προωθήσουν τη διττή (πράσινη και ψηφιακή) μετάβαση της ελληνικής οικονομίας, αυξάνοντας το ΑΕΠ μεταξύ 2-3,3% και δημιουργώντας περισσότερες από 62.000 θέσεις εργασίας μέχρι το 2026.

Ωστόσο, τα κεφάλαια αυτά, δυστυχώς, θα περάσουν και «δεν θα ακουμπήσουν» τη συντριπτική πλειονότητα των εμπορικών επιχειρήσεων. Είναι γνωστό πως με τα κριτήρια του Ταμείου Ανάπτυξης σχεδόν το 95% των ελληνικών ΜμΕ δεν κρίνονται επιλέξιμες, λόγω μεγέθους, ελλιπούς κερδοφορίας και αφερεγγυόητας. Αντίστοιχα μικρή θα είναι, όπως όλα δείχνουν, η επιλεξιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης που αφορούν επιδοτήσεις. Με αυτόν τον τρόπο όμως, ο πράσινος και ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν θα είναι μια ουδέτερη διαδικασία, καθώς εκτιμάται ότι θα ανοίξει το χάσμα μεταξύ των μεγαλύτερων και μικρότερων επιχειρήσεων, καθώς οι τελευταίες δεν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους  ια το μετασχηματισμό τους. Αναμφίβολα, το Ταμείο περιλαμβάνει εμβληματικές δράσεις που αφορούν τις ΜμΕ, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη δράση για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των ΜμΕ (ύψους 375 εκατ. ευρώ).

Με τη λογική ότι θα επωφεληθούν περίπου 100.000 επιχειρήσεις, το μέσο ποσό επιδότησης αναμένεται να προσεγγίσει τις 3.750 ευρώ. Μια δεύτερη δράση είναι το «εξοικονομώ επιχειρώντας», για το οποίο το Ταμείο Ανάκαμψης θα εισφέρει στους εθνικούς πόρους ποσό 450 εκατ. ευρώ. Η συγκεκριμένη δράση θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις ενεργειακής ανακαίνισης κτιρίων αλλά και  αντικατάστασης παλαιών συστημάτων θέρμανσης-ψύξης, υποβοηθώντας την ενεργειακή αναβάθμιση των ΜμΕ. Όμως, και οι δύο δράσεις, λόγω του οριζόντιου χαρακτήρα τους, δεν έχουν  πανελλαδική στόχευση, ειδικά για την ενίσχυση εκείνων των κλάδων που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία. Επίσης, η διάχυση ενός μεγάλου μέρους των πόρων του Ταμείου μέσα από το τραπεζικό σύστημα αναμένεται να αφήσει εκτός χρηματοδότησης ένα μεγάλο μέρος των ΜμΕ.

Περισσότερα από 4 στα 10 ευρώ του Ταμείου θα δοθούν από τις τράπεζες, για τις οποίες μονάχα ένα πολύ μικρό μέρος των επιχειρήσεων, περίπου 5%, είναι ικανό χρηματοδότησης. Επίσης, ένα ακόμα ζήτημα είναι ότι το Ταμείο χρηματοδοτεί κλάδους οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν σημαντική υποστήριξη από άλλα εργαλεία (π.χ. Αναπτυξιακός Νόμος). Για παράδειγμα, περισσότερα από  στα 10 εκ των ιδιωτικών έργων του Ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αφορούν στον τουρισμό. Συναφώς, σημαντικοί κλάδοι που δεν υποστηρίζονται από τα παραδοσιακά χρηματοδοτικά εργαλεία, δεν χρηματοδοτούνται ούτε από το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρότι ο αποκλεισμός των περισσότερων μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τη ρευστότητα του Ταμείου ανάκαμψης είχε σχεδόν «κλειδώσει» από τα τέλη του 2020 παρά τις προειδοποιήσεις όλων των εκπροσώπων της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, οι συνέπειές του στην πορεία ανάκαμψης του λιανεμπορίου θα είναι ακόμα πιο έντονες από τις αρχικές εκτιμήσεις, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία δημιουργούν νέες ανισορροπίες στην οικονομία.

Σήμερα γνωρίζουμε επιπλέον ότι:

α) μειωμένη επιλεξιμότητα για χρηματοδότηση θα έχουν οι εμπορικές επιχειρήσεις και στο νέο Πρόγραμμα ΕΣΠΑ,

β) ο πρόσφατος αναπτυξιακός νόμος αποκλείει όχι μόνο τις εμπορικές επιχειρήσεις, όπως και οι προηγούμενοι, αλλά εν γένει τις ατομικές επιχειρήσεις,

γ) μονάχα μέσα στον πρώτο χρόνο της πανδημίας το λιανεμπόριο έχασε τζίρο πάνω από 10 δισ. ευρώ, γεγονός που έπληξε περισσότερο τις μικρότερες επιχειρήσεις,

δ) η οξεία ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις από το περασμένο φθινόπωρο και μετά πιέζουν ιδιαίτερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εντείνοντας τα συμπτώματα “Long Covid” για
τους πιο ευάλωτους της αγοράς και

ε) το λιανεμπόριο μετρά απανωτές χαμένες ευκαιρίες αναπλήρωσης των απωλειών (ενδιάμεσες εκπτώσεις Νοεμβρίου, εορταστικός τζίρος, χειμερινές εκπτώσεις) και εξαιτίας του πολέμου έχει μειωμένες προσδοκίες και για το Πάσχα.

Αναμφίβολα, το Ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και την υιοθέτηση μιας αποτελεσματικής επενδυτικής πολιτικής προς ένα βιώσιμο υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης. Οι ΜμΕ αποτελούν «κυρίαρχο κύτταρο» του ελληνικού παραγωγικού ιστού. Στο επίπεδο αυτό, η υποστήριξή τους με μια σύνθεση χρηματοδοτικών εργαλείων (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ 2021 2027, Αναπτυξιακή Τράπεζα κ.λπ.) είναι απαραίτητη για τον βιώσιμο μετασχηματισμό τους.