Η επιστροφή στην «κανονικότητα» για τον εμπορικό κόσμο της χώρας εξελίσσεται σε ένα παρατεταμένο «σκωτσέζικο ντους». Μετά από μία επώδυνη διαδρομή 20 μηνών κατά τη διάρκεια των οποίων η απαισιοδοξία εναλλάσσεται με την ελπίδα και τανάπαλιν, το λιανεμπόριο μετρά νέες άγνωστες μεταβλητές στην δύσκολη εξίσωση της πανδημίας. Από τα τέλη Οκτωβρίου και μετά παλιές και καινούριες εστίες προβλημάτων αναζωπυρώθηκαν, επιφέροντας ποικίλες αρρυθμίες στην αγορά, με κίνδυνο να ανακοπεί η ενθαρρυντική πορεία που παρουσίασε ο κλάδος στο γ΄ τρίμηνο του έτους. Ακόμη χειρότερα, οι τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημικής κρίσης και των πληθωριστικών πιέσεων είναι πλέον σαφές ότι θα επηρεάσουν σίγουρα, λίγο ή πολύ, και την κρίσιμη για χιλιάδες ΜμΕ εορταστική περίοδο.

Ήδη, από την πρώτη ημέρα ανακοίνωσης ισχύος των περιοριστικών μέτρων για τους ανεμβολίαστους κατέστησαν εμφανείς οι επιπτώσεις στην αγοραστική κίνηση και τον τζίρο των φυσικών καταστημάτων. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, τώρα και στο ορατό μέλλον, είναι πως μεγάλο τμήμα των πολιτών εμφανίζεται θορυβημένο από την έξαρση των κρουσμάτων κορωνοϊού, με αποτέλεσμα να αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές που θεωρεί «περιττές» και τις μετακινήσεις που κρίνει ως «υψηλότερου κινδύνου».

Για τους λόγους αυτούς, η κυβέρνηση εμφανίζεται τώρα να εξετάζει επιπλέον περιορισμούς για τους ανεμβολίαστους, μεταξύ των οποίων είναι και η υποχρέωση εμφάνισης αρνητικού rapid test και στις εισόδους των σουπερμάρκετ. Θυμίζω πως η ΕΣΕΕ έχει διαμαρτυρηθεί έντονα για το γεγονός ότι, με αφορμή την ένταση του 4ου κύματος της πανδημίας, καθιερώθηκαν «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στην προσέλευση των πολιτών στην αγορά. Δημιουργήθηκαν έτσι συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος του εμπορίου, καθώς οι ανεμβολίαστοι καταναλωτές προτιμούν τα σουπερμάρκετ, όπου δεν ελέγχονται στην είσοδο, για να αγοράσουν αρκετά από τα είδη που πωλούνται και στα εμπορικά καταστήματα.

Την ώρα όμως που ξαναθεριεύει η πανδημία και τα επακόλουθά της, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα «εισπράττει» και τη δυσπραγία των νοικοκυριών από την αύξηση στο ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο και τις ανατιμήσεις σε πολλά αγαθά πρώτης ανάγκης και όχι μόνο. Ταυτόχρονα, οι ίδιες οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις αγωνίζονται να απορροφήσουν την αύξηση του λειτουργικού τους κόστους, που οφείλεται στην άνοδο των τιμών της ενέργειας και των πρώτων υλών. Παρότι πολλές εμπορικές επιχειρήσεις έχουν κατορθώσει να κρατήσουν τις τιμές χαμηλά, αυτό δεν είναι δυνατόν να διαρκέσει επί μακρόν, σε βάρος της βιωσιμότητας τους και της δυνατότητάς τους να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους προς εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και προς τους εργαζόμενους τους. Οι επιπτώσεις όλων αυτών αποτυπώθηκαν ήδη στους χαμηλότερους του αναμενόμενου τζίρους, τόσο στις ενδιάμεσες εκπτώσεις του Νοεμβρίου όσο και την εβδομάδα των προσφορών πριν τη Black Friday, για την οποία η ΕΣΕΕ θα παρουσιάσει αναλυτική έρευνα.

Σε κάθε περίπτωση, το εμπόριο έχει ανάγκη συγκεκριμένα «αντισταθμιστικά μέτρα» για να αναπληρώσει τις νέες απώλειες. Είναι αναγκαία μια εξαμηνιαία παράταση στην εξόφληση των Επιστρεπτέων Προκαταβολών και όλων των οφειλών της πανδημίας, φορολογικών και ασφαλιστικών. Επιβάλλεται όμως να αρθεί και η γνωστή και μη εξαιρετέα αδικία σε βάρος του εμπορικού κόσμου, ο οποίος έχει μείνει ως σήμερα χωρίς Πρόγραμμα Στήριξης της Επανεκκίνησης, σε αντίθεση με τους άλλους πληττόμενους κλάδους. Για τον κλάδο του λιανεμπορίου, τον μεγαλύτερο εργοδότη της χώρας που και τώρα βάζει «πλάτη» στην πανδημία, πρέπει να βάλει «πλάτη» και η Πολιτεία. Μόνο έτσι θα βγει όρθιος από την τελευταία(;) δύσκολη «στροφή» της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, μαζί με τις 700 χιλιάδες εργαζόμενους στις εμπορικές επιχειρήσεις και τις οικογένειές τους.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στο Παρόν της Κυριακής, 28/11/2021