Η «ευχάριστη έκπληξη» στα τουριστικά έσοδα τον περασμένο Αύγουστο και η αχτίδα φωτός για ένα πολύ καλύτερο, τουριστικά, 2022, ενίσχυσε την αισιοδοξία στο σύνολο της αγοράς και πρόσθεσε θετικά μέτρα στο «μείγμα» των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ. Ωστόσο, σε μία περίοδο που άλλοι κεντρικοί πυλώνες της οικονομίας, όπως το εμπόριο και η εστίαση, πιέζονται και ανακάμπτουν αργά υπό το βάρος των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία, των μειωμένων εισοδημάτων και της υποτονικής αγοραστικής κίνησης, θα ήταν επικίνδυνο να ξεχάσουμε το βασικό, πικρό μάθημα που επιφύλασσε για την Ελλάδα η υγειονομική κρίση τους προηγούμενους 18 μήνες: Δεν αποτελεί σοφή επιλογή η μονοδιάστατη επένδυση στην ανάπτυξη ενός κλάδου.

Ακόμη περισσότερο σήμερα, που βιώνουμε την 4η Βιομηχανική Επανάσταση με όλο τον κόσμο ψηφιακά συνδεδεμένο σε μία παγκόσμια αγορά, οφείλουμε να εστιάσουμε περαιτέρω στη σχέση τουρισμού και εμπορίου. Ο στόχος μας πρέπει να είναι διττός: αφενός η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, αφετέρου η διάχυση του οφέλους από τις τουριστικές αφίξεις στις εμπορικές αγορές και τις τοπικές κοινωνίες.

Στο πλαίσιο αυτό, επανέρχεται επιτακτικά η ανάγκη παρεμβάσεων από πλευράς Πολιτείας, αλλά και πρωτοβουλιών σε επίπεδο θεσμικών κοινωνικών εταίρων στην κατεύθυνση να αναβαθμιστούν και να πληθύνουν οι συνέργειες μεταξύ εμπορίου και τουρισμού. Απαιτείται μία νέα «χαρτογράφηση» και διασύνδεση των δύο κλάδων, όπου, μεταξύ άλλων θα γίνει επιτέλους θεσμικά διακριτή, η έννοια της  «τουριστικής εμπορικής επιχειρήσης».

Πρόκειται για όλα εκείνα τα εμπορικά καταστήματα που έχουν ως αντικείμενο τους την εμπορία τουριστικών ειδών, με την ευρεία έννοια του όρου. Τέτοια είναι τα είδη λαϊκής τέχνης, κεραμικά, εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, αργυροχρυσοχοεία και πολλά άλλα. Οι τουριστικές εμπορικές επιχειρήσεις λειτουργούν και συνεισφέρουν στις τοπικές τουριστικές οικονομίες και κοινωνίες, αναδεικνύοντας την παράδοση, τον πολιτισμό και τα προϊόντα αγροδιατροφής κάθε τόπου.  Επιπλέον, σε σχέση με τις περισσότερες άλλες εμπορικές επιχειρήσεις, διακρίνονται από ορισμένα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, όπως:

  • Διαφορετικά ωράρια λειτουργίας.
  • Σε ορισμένες περιόδους του χρόνου παραμένουν κλειστά.
  • Μπορούν να απορροφήσουν εποχική απασχόληση.
  • Χρειάζονται υψηλό επίπεδο πωλητών.
  • Συνεισφέρουν έστω με μικρό ποσοστό στην βελτίωση του συναλλαγματικού ελλείμματος.

Οι ιδιαιτερότητες αυτές αποτελούν και τις αιτίες που, καθόλη την διάρκεια της πανδημίας, οι τουριστικές εμπορικές επιχειρήσεις έζησαν μια τελείως «δική τους» κρίση, ως προς την ένταση και τη διάρκεια της. Η αλληλεξάρτηση τους με τον τουρισμό και την προσέλευση των τουριστών σε μία υποτονική τουριστική περίοδο όπως η περυσινή,  προκάλεσε σε αυτές σημαντικά προβλήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί.

Έτι περαιτέρω, οι γενικότερες μεταλλαγές που υφίσταται ο κλάδος του τουρισμού λόγω των εξελίξεων στο διεθνές περιβάλλον επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία των τουριστικών εμπορικών επιχειρήσεων. Αυτό αποτυπώνεται ιδιαίτερα στη μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, η οποία δεν φαίνεται να ενισχύεται εξίσου έντονα με τις αφίξεις και τις διανυκτερεύσεις. Καταγράφεται δηλαδή ότι η αύξηση συνολικά των τουριστικών εισπράξεων προέρχεται από την αύξηση των αφίξεων και όχι από την αύξηση της τουριστικής δαπάνης. Η τουριστική δαπάνη, με το πέρασμα των χρόνων, καθίσταται περισσότερο ανελαστική με αποτέλεσμα την τάση των τουριστών να προϋπολογίζουν τα έξοδα πριν από το ταξίδι τους. Όλα αυτά σε σημαντικό βαθμό εξηγούν την διάσταση μεταξύ του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στον Τουρισμό και το Λιανικό Εμπόριο, που παρατηρείται από το 2013 και μετά.

Επίσης, η σταδιακή μεγέθυνση του τουριστικού υποδείγματος all-inclusive συνδέεται με σημαντικές μεταβολές στην τουριστική ζήτηση επηρεάζοντας άμεσα και την αγοραστική κίνηση στις τουριστικές εμπορικές επιχειρήσεις. Τέλος, η έκρηξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων (τύπου Airbnb) αποτελεί μια σημαντική μεταβολή στην τουριστική δραστηριότητα, γεγονός που επηρεάζει, πέρα από τον κλάδο της εστίασης και διασκέδασης, και το λιανικό εμπόριο (μεγάλα καταστήματα τροφίμων, εμπόριο καυσίμων κ.λπ.).

Για τους λόγους αυτούς, η ΕΣΕΕ έχει ζητήσει να θεσμοθετηθούν αντικειμενικά κριτήρια που θα είναι ενδεικτικά του ιδιαίτερου χαρακτήρα, και αντίστοιχα των αναγκών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εμπορικές τουριστικές επιχειρήσεις.  Η εμπειρία πλέον αποκλείει τον χωρικό διαχωρισμό σε τουριστικό και μη, καθότι, υπό την ευρεία έννοια, όλη η Ελλάδα είναι εν δυνάμει τουριστική περιοχή. Προτείνουμε λοιπόν, ως κύριο δηλωτικό του χαρακτήρα τους,  ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του ετήσιου κύκλου εργασιών των αμέσως προηγούμενων 2 ετών να έχει πραγματοποιηθεί, είτε εντός του τετράμηνου Δεκεμβρίου, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου είτε εντός του τετράμηνου Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου.

Η ΕΣΕΕ μελετά συστηματικά το τελευταίο διάστημα τη σχέση εμπορίου και τουρισμού με πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα. Οι συσχετίσεις που θα σταχυολογηθούν να αποτυπωθούν σε προτάσεις για μια περισσότερο οργανική σύνδεση τουρισμού και λιανικού εμπορίου με όλα τα πρόσφορα «εργαλεία», όπως είναι τα open-malls και το e-commerce.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τουρισμός και εμπόριο αποτελούν κρίσιμους πυλώνες ανάπτυξης και απασχόλησης, αλλά και δύο συγκοινωνούντα δοχεία στην ελληνική οικονομία. Οι τουριστικές ροές αποτελούν, δυνητικά, δεξαμενή πελατών για τις εμπορικές πιάτσες κοντά και γύρω από τους δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς. Ωστόσο, έως και σήμερα η πραγματική εικόνα δεν συνηγορεί σε αυτόν τον εύλογο ισχυρισμό. Είναι η ώρα για τη χάραξη μιας νέας τουριστικής αναπτυξιακής πολιτικής που θα «πατά» πάνω σε μια ολοκληρωμένη τεκμηρίωση και θα είναι δίκαιη και επωφελής για όλους τους επιχειρηματίες στον κλάδο του τουρισμού, της εστίασης και του εμπορίου.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στο powergame.gr, 20/9/2021