Η εικόνα της αγοράς μετά την άρση των περιορισμών στις μετακινήσεις των πολιτών και στις συναλλαγές προμηνύει μία πολύ αργή, δύσκολη και – για πολλές επιχειρήσεις – επώδυνη διαδικασία μετάβασης στη νέα κανονικότητα της «μετά – COVID» εποχής. Η επιφυλακτικότητα των καταναλωτών παραμένει ισχυρή, τόσο για την πορεία της υγειονομικής κρίσης και την πιθανότητα να νοσήσουν, όσο και για τη δυνατότητα τους να ανταπεξέλθουν τους επόμενους μήνες στις βασικές τους ανάγκες. Αυτό έχει προκαλέσει ιδιαίτερα χαμηλούς τζίρους στο λιανεμπόριο, ενώ ούτε το «άνοιγμα» του τουρισμού φαίνεται έως τώρα ότι μπορεί να στηρίξει την προοπτική μίας θετικής ανατροπής το επόμενο διάστημα. Διότι, αμφίβολος δεν είναι μόνο ο αριθμός των τουριστών που θα προτιμήσουν τη χώρα μας, αλλά και το πόσοι εξ ΄αυτών θα επισκεφθούν για ψώνια τις κατά τόπους εμπορικές αγορές, ή θα επιλέξουν αποκλειστικά τη διαδρομή από το δωμάτιο προς τη πισίνα και την παραλία του ξενοδοχείου τους…

Σε αυτή την περίοδο «χαμηλών πτήσεων» και ανασφάλειας για το λιανεμπόριο, με μεγάλους υπο-κλάδους, όπως η ένδυση, η υπόδηση και το κόσμημα, να χρειάζονται επειγόντως στήριξη ρευστότητας στην επανεκκίνησή τους, δυστυχώς ορισμένες αρνητικές πτυχές της πρότερης «κανονικότητας» επανέρχονται με δριμύτητα. Η έναρξη των πλειστηριασμών με άρση του καθεστώτος προστασίας της πρώτης κατοικίας, παράλληλα με την εφαρμογή του νέου πτωχευτικού κώδικα από την 1η Ιουνίου, χωρίς μάλιστα να έχει προχωρήσει η διαδικασία για την ίδρυση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων που προβλέπεται από το νόμο για την προστασία των πιο ευάλωτων δανειοληπτών, θα αποτελέσουν πλήγμα στη ψυχολογία εμπόρων και καταναλωτών, Το ενδεχόμενο μαζικών πλειστηριασμών εμπορικών ακινήτων και κατοικιών είναι απεφευκτέο, ακόμη και αν, για τεχνικούς, τραπεζικούς και δικονομικούς λόγους, μετατεθούν, όπως αναφέρουν τραπεζικές πηγές, για το φθινόπωρο. Αργά ή γρήγορα, στη «ζώνη κινδύνου» των σχετικών διατάξεων θα βρεθούν και αρκετοί ιδιοκτήτες πληττόμενων από την πανδημία επιχειρήσεων, που είχαν λάβει παλαιότερα στεγαστικό δάνειο με υποθήκη της κατοικίας τους. Τα προβλήματα θα ενταθούν το 2022, όταν λήξει και η ισχύς των θετικών προβλέψεων του Προγράμματος «Γέφυρα 2».

Ειδικότερα ως προς τον πτωχευτικό κώδικα, η ΕΣΕΕ είχε επισημάνει εγκαίρως από τον περασμένο χειμώνα τα θετικά και τα αρνητικά σημεία του. Σίγουρα ο νέος νόμος είναι περισσότερο ευέλικτος, καθώς από τη μία πλευρά παρέχει τη δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών σε όσους έχουν τη σχετική δυνατότητα, ενώ όσοι δεν την έχουν μπορούν να διαθέσουν την υφιστάμενη περιουσία τους στους πιστωτές τους και να κάνουν μία νέα αρχή, απαλλαγμένοι από τα χρέη του παρελθόντος. Από την άλλη πλευρά όμως, η συνεργασία µεταξύ των διαφορετικών τραπεζών αλλά και ανάμεσα σε όλους τους πιστωτές είναι μία υπεραισιόδοξη εκτίμηση, η οποία είναι πολύ δύσκολο να επαληθευτεί. Ωστόσο, το σημαντικότερο προβληματικό στοιχείο είναι πως δεν λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές συνθήκες της οικονομίας μετά και τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης και, προπάντων, η αδυναμία των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις πάσης φύσεως υποχρεώσεις τους, σε Δημόσιο, τράπεζες/»κόκκινα» δάνεια, προμηθευτές, με το πέρας της ισχύος των μέτρων προστασίας.

Η αποτελεσματικότητα του νέου πτωχευτικού κώδικα εξαρτάται απόλυτα από το ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Εάν το ιδιωτικό χρέος, που διογκώθηκε λόγω της πανδημίας, αφεθεί να λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, τότε οι προβλέψεις του πτωχευτικού κώδικα και, κυρίως, οι πλειστηριασμοί είναι πιθανό ότι θα επισυσσωρεύσουν νέα προβλήματα στον επιχειρηματικό και κοινωνικό ιστό της χώρας. Σε έγκυρα fora εμπειρογνωμόνων και πολιτικών εντός και εκτός Ελλάδας, συνομολογείται πλέον πως μόνο ουσιαστική απομείωση του ιδιωτικού χρέους και ταυτόχρονα μία μακρόχρονη ρύθμιση της αποπληρωμής των οφειλών προς Δημόσιο, εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, μπορεί να δημιουργήσει όρους βιώσιμης επανεκκίνησης της επιχειρηματικότητας, διασφαλίζοντας μακροπρόθεσμα και την εισπραξιμότητα των οφειλών που μπορούν να εισπραχθούν και έχουν ανάγκη τα δημόσια ταμεία.

Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ πως είναι στη σωστή κατεύθυνση η προαναγγελία από πλευράς Πολιτείας ότι από τον Ιούνιο θα υπάρξει ρύθμιση οφειλών συνολικά για τις τα χρέη προς το Δημόσιο, και ως 240 δόσεις. Επιπλέον, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εξετάσει τη δυνατότητα παροχής κρατικών εγγυήσεων για εκείνες τις επιχειρήσεις που ήταν φερέγγυες πριν την πανδημική κρίση και παρουσιάζουν μια ανάγκη ρευστότητας. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αγορά έχει ανάγκη μία ρεαλιστική και εφαρμόσιμη ρύθμιση στο ζήτημα των μεταχρονολογημένων επιταγών, το λεγόμενο και «κρυφό χρέος».

Εφόσον δημιουργηθούν για τις επιχειρήσεις όροι βιώσιμης επανεκκίνησης με δίκαιη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, με στοχευμένες «ενέσεις» ρευστότητας στους πληττόμενους, και με προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων στα πλαίσιο του νέου πτωχευτικού κώδικα, τότε θα μιλούμε για την πραγματική «δεύτερη ευκαιρία» στην ελληνική μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Γιώργου Καρανίκα στην εφημερίδα ΤΟ ΠΑΡΟΝ – 30/5/2021