Η κατάθεση και ψήφιση του σχεδίου Νόμου για το πλαστικό χρήμα και τα αδήλωτα εισοδήματα που πραγματοποιήθηκε πριν τα Χριστούγεννα στη Βουλή, δεν συμπεριελάμβανε, παρά τις πολλές υποσχέσεις, τον «ειδικό επιχειρηματικό λογαριασμό», συντηρεί τις αδικίες του αφορολόγητου ορίου, ενώ επιχειρεί μέσω τροπολογιών τη διευθέτηση μίας σειράς ζητημάτων, όπως:

1. Προώθηση Ηλεκτρονικών Συναλλαγών
• Ποσοστά συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων
• εξαιρούμενες δαπάνες και καθορισμός κινήτρων
• Σύνδεση ταμειακών μηχανών με ΓΓΔΕ

2. Οικειοθελής αποκάλυψη εισοδημάτων
• φορολογικοί συντελεστές & πρόσθετος φόρος
• εξαιρέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση

Παρατηρήσεις & σχόλια της ΕΣΕΕ
Ένα πάγιο και διαρκές αίτημα του εμπορικού κόσμου, αυτό της καθολικής ισχύος του αφορολόγητου ορίου χωρίς διακρίσεις μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων (μισθωτών & επιτηδευματιών), αγνοείται επιδεικτικά για ακόμη μία φορά από τους ιθύνοντες.
Η φορολόγηση των κερδών των ελεύθερων επαγγελματιών από το πρώτο €, στερώντας τους την προστασία του αφορολόγητου ορίου, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και προνομιακής μεταχείρισης. Με αυτόν τον τρόπο δεν δίνεται κανένα κίνητρο στους επιτηδευματίες να ζητούν αποδείξεις για τις αγορές που πραγματοποιούν, στερώντας με αυτόν τον τρόπο πολύτιμα δυνητικά έσοδα για το Δημόσιο.

Οι προωθούμενες διατάξεις για την τόνωση της χρήσης του «πλαστικού χρήματος» και των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ενώ αποσκοπούν στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην ταυτόχρονη ενίσχυση της διαφάνειας, αποτυγχάνουν να ενεργοποιήσουν και να κινητροδοτήσουν μεγάλο μέρος της φορολογικής βάσης.
Ακόμη ένα μέτρο που είχε προταθεί από την ΕΣΕΕ για τη θεσμοθέτηση ενός κατώτατου ορίου προστασίας των ελεύθερων επαγγελματιών, αντίστοιχου με εκείνου που ισχύει για τα φυσικά πρόσωπα, τελικά έμεινε στα χαρτιά.
Η θέσπιση ενός «ειδικού επιχειρηματικού/επαγγελματικού τραπεζικού λογαριασμού» αλλά στην ουσία «τροφοδότη λογαριασμού» των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης, θα επιδρούσε ευεργετικά τόσο στη ρευστότητα των επιχειρήσεων όσο και στην προσπάθεια καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.
Η απλή αναφορά που γίνεται στο Άρθρο 62 του Νομοσχεδίου για τον «Επαγγελματικό Λογαριασμό», χωρίς καμία επιπλέον εξειδίκευση του όρου, επαληθεύει τους φόβους του επιχειρηματικού κόσμου πως, κατόπιν και των ισχυρότατων πιέσεων των Θεσμών, οι δυνατότητες που παρέχει ένα τόσο χρήσιμο εργαλείο στη φορολογική διοίκηση θα παραμείνουν τελικά αναξιοποίητες.
Πρέπει να καταστεί κοινός τόπος ότι η βελτίωση της λειτουργικότητας των επιχειρήσεων, αφενός θα διασφαλίσει σε σημαντικό ποσοστό την επιβίωσή τους και αφετέρου θα συμβάλλει στη συνεπέστερη διευθέτηση των υποχρεώσεών τους απέναντι στο Κράτος.
Προς αυτή την κατεύθυνση, οποιοδήποτε εργαλείο αποκατάστασης των συνθηκών λειτουργίας στην Αγορά και δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών, πρέπει να αξιολογείται με τη δέουσα προσοχή όσον αφορά στις προοπτικές συνεισφοράς του στους προς επίτευξη δημοσιονομικούς στόχους.

Δήλωση Βασίλη Κορκίδη:

«…Προφανώς η ρύθμιση οικειοθελούς απόκρυψης εισοδημάτων δεν αφορά την πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που δήλωσαν τα εισοδήματα τους, αλλά δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στους βεβαιωμένους φόρους που τους επιβλήθηκαν και κατέληξαν μετά από πρόστιμα και προσαυξήσεις σε υπέρογκες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Παρά, όμως, το γεγονός ότι δεν έχουν τα διαθέσιμα χρήματα, έχουν αποδεχθεί να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους, σε αντίθεση με αυτούς που τα έχουν φυγαδεύσει αδήλωτα στο εξωτερικό. Το ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ με έρευνα και παραδείγματα θα συγκρίνει τις «οικειοθελείς» επιβαρύνσεις των αδήλωτων εισοδημάτων με τις υποχρεωτικές επιβαρύνσεις επιβεβαιωμένων και προσαυξημένων οφειλών από δηλωμένους φόρους εισοδήματος. Όσο για τον ειδικό επιχειρηματικό λογαριασμό, θα συνεχίσουμε να τον διεκδικούμε…»