Η εφαρμογή του νόμου για το πλαστικό χρήμα αντιμετωπίζει δύο βασικές δυσκολίες: πρώτον, πως θα δομηθεί το αφορολόγητο και ποιες θα είναι οι δικαιολογούμενες δαπάνες και, δεύτερον, τι θα γίνει εν τέλει με τους επαγγελματικούς λογαριασμούς που πρέπει να δηλώσουν στις τράπεζες οι επιχειρηματίες και οι οποίοι θα είναι συνδεδεμένοι με τα POS.

Για ακόμη μία φορά τα αιτήματα της αγοράς δεν εισακούστηκαν στις πολιτικές αποφάσεις με αποτέλεσμα στην ψήφιση του σχεδίου νόμου για το πλαστικό χρήμα και τα αδήλωτα εισοδήματα, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, για να μη συμπεριληφθεί, παρά τις πολλές υποσχέσεις, η θεσμοθέτηση του «ειδικού επιχειρηματικού λογαριασμού». Ενός ακατάσχετου λογαριασμού-τροφοδότη για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης, καθώς θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» δεσμευμένα ποσά, παρέχοντας αμφίπλευρα οφέλη τόσο για τα δημόσια έσοδα και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όσο και για τη ρευστότητα της επιχείρησης.

Η απλή αναφορά που γίνεται στο άρθρο 62 του νομοσχεδίου για τον «Επαγγελματικό Λογαριασμό», χωρίς καμία επιπλέον εξειδίκευση του όρου, επαληθεύει τους φόβους του επιχειρηματικού κόσμου πως, κατόπιν και των ισχυρότερων πιέσεων των θεσμών, οι δυνατότητες που παρέχει ένα τόσο χρήσιμο εργαλείο στη φορολογική διοίκηση θα παραμείνουν τελικά αναξιοποίητες. Πρέπει να καταστεί κοινός τόπος ότι η βελτίωση της λειτουργικότητας των επιχειρήσεων αφενός θα διασφαλίσει σε σημαντικό ποσοστό την επιβίωσή τους και αφετέρου θα συμβάλει στη συνεπέστερη διευθέτηση των υποχρεώσεών τους απέναντι στο κράτος. Προς αυτή την κατεύθυνση, οποιοδήποτε εργαλείο αποκατάστασης των συνθηκών λειτουργίας στην αγορά της δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών πρέπει να αξιολογείται με τη δέουσα προσοχή όταν αφορά τις προοπτικές συνεισφοράς του στους προ επίτευξη δημοσιονομικούς στόχους.

Υποστηρίζεται ότι με το νέο νόμο διευκολύνεται η χρήση του πλαστικού χρήματος. Τι γίνεται όμως, για τις επιχειρήσεις στις οποίες τα ποσά που εισρέουν στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς από τη χρήση των POS – τα οποία δεν αποτελούν όλα κέρδη (μικτά ή καθαρά), καθώς είτε περιλαμβάνουν ΦΠΑ, είτε προσδιορίζονται να καλύψουν άλλες πάγιες ή λειτουργικές ανάγκες των επιχειρήσεων – κατάσχονται; Ο νομοθέτης δεν απάντησε σε αυτό το τόσο καίριο ερώτημα. Θα απαντήσει όμως η αγορά, δυστυχώς, με νέα λουκέτα.

Η κατάσχεση των συγκεκριμένων ποσών για οφειλές σε Εφορία, ασφαλιστικά ταμεία ή για την εξόφληση δανείων, ουσιαστικά συντελεί στην εκμηδένιση της ρευστότητας της επιχείρησης και στο κλείσιμο της χωρίς κανένα απολύτως όφελος για το Δημόσιο. Με ανάλογη προχειρότητα και συγκεκριμένα στη χρήση τροπολογιών, ο νομοθέτης αντιμετώπισε και μία σειρά ζητημάτων που αφορούν την προώθηση ηλεκτρονικών συναλλαγών, τα ποσοστά συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων, τις εξαιρούμενες δαπάνες και τον καθορισμό κινήτρων, τη σύνδεση των ταμειακών μηχανών με ΓΓΔΕ, την οικειοθελή αποκάλυψη εισοδημάτων, τους φορολογικούς συντελεστές και τον πρόσθετο φόρο, καθώς και τις εξαιρέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση.

Οι προωθούμενες διατάξεις για την τόνωση της χρήσης του πλαστικού χρήματος και των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ενώ αποσκοπούν στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγή και στην ταυτόχρονη ενίσχυση της διαφάνειας, αποτυγχάνουν να ενεργοποιήσουν και να κινητροδοτήσουν μεγάλο μέρος της φορολογικής βάσης. Όσον αφορά τη ρύθμιση της οικειοθελούς αποκάλυψης εισοδημάτων, αυτή δεν αφορά την πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που δήλωσαν τα εισοδήματά τους αλλά δεν μπόρεσαν αν ανταποκριθούν στους βεβαιωμένους φόρους που τους επιβλήθηκαν και κατέληξαν μετά από πρόστιμα και προσαυξήσεις σε υπέρογκες ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Παρά όμως το γεγονός ότι οι ΜμΕ δεν έχουν τα διαθέσιμα χρήματα, έχουν αποδεχτεί να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους σε αντίθεση με αυτούς που τα έχουν φυγαδεύσει αδήλωτα στο εξωτερικό. Όσο για τον ειδικό επιχειρηματικό λογαριασμό, θα συνεχίσουμε να τον διεκδικούμε.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Βασίλη Κορκίδη για την «Εφημερίδα των Συντακτών», 14/1/2017