Τοποθέτηση Προέδρου ΕΣΕΕ Βασίλη Κορκίδη στο Στρογγυλό Τραπέζι των εθνικών Κοινωνικών Εταίρων στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο στο Ζάππειο 16-17 Σεπτεμβρίου με θέμα «Κοινωνικός Διάλογος και Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο»

«Εξέλιξη κατώτατου Μισθού και ποσοστού Ανεργίας την περίοδο 2000-2016»

Ο κοινωνικός διάλογος αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Πρόκειται για μια διαδικασία διαβούλευσης που διεξάγεται από τους κοινωνικούς εταίρους συνήθως χωρίς την παρέμβαση του κράτους. Περιλαμβάνει τις συζητήσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, τις κοινές ενέργειές τους και τις τυχόν διαπραγματεύσεις τους, καθώς και τις συζητήσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και των κρατικών οργάνων. Η κεντρική θέση που κατέχει η έννοια του κοινωνικού διαλόγου εντάσσεται ανάμεσα στις σημαντικές αλλαγές και τους μετασχηματισμούς που σημειώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στις δομές, στους θεσμούς και στις λειτουργίες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οι εν λόγω μετασχηματισμοί αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική περίπτωση στο βαθμό που από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ενόψει της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού έχουν μεταμορφωθεί ριζικά πολλές από τις θεσμικές και πολιτικές διευθετήσεις.

Οι αλλαγές στο σύστημα κοινωνικής εκπροσώπησης επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι 5 κοινωνικοί εταίροι (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ, ΣΕΤΕ), αναπτύσσουν μηχανισμούς διαχείρισης του αναδυόμενου συστήματος διακυβέρνησης και αναδεικνύονται σε κρίσιμους παράγοντες εδραίωσης της διαδικασίας του κοινωνικού διαλόγου.  Έτσι, εκτός από τα προσφιλή θέματα που «δικαιωματικά» έχουν λόγο, όπως αυτά των εργασιακών σχέσεων, οι κοινωνικοί εταίροι σταδιακά συμμετείχαν σε μια σειρά από ζητήματα, όπως ασφαλιστική και φορολογική μεταρρύθμιση, αλλά ακόμα και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα νέα πεδία κατοχυρώθηκαν με τη συμμετοχή τους στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, στην Εθνική Επιτροπή Δια Βίου Μάθησης, στο Εθνικό Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας, Εξαγωγών και σε περισσότερο από 100 επιτροπές μόνιμου ή ad hoc Κοινωνικού Διαλόγου. Η περίοδος της κρίσης των τελευταίων 5 ετών σηματοδοτεί σοβαρούς μετασχηματισμούς σε όλα τα πεδία. Ακούγεται από ορισμένες πλευρές ότι οι μετασχηματισμοί αυτοί  ίσως σημάνουν και την αρχή του τέλους του κοινωνικού διαλόγου στο ελληνικό πολιτικό σύστημα όπως τον γνωρίσαμε και όπως αυτός εμπεδώθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών.

A. Συλλογικές διαπραγματεύσεις

• Με την εισαγωγή του δεύτερου μνημονίου (ν. 4046/2012), της ΠΥΣ 6/2012 και του δεύτερου μεσοπρόθεσμου (ν. 4093/2012), επήλθαν δραματικές μεταβολές στο καθεστώς της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, όπως το ξέραμε. Η σύμβαση, εξωσυμβατικά και με κρατική παρέμβαση, αποδυναμώθηκε μονομερώς και «πάγωσε», ενώ τις κατώτατες αμοιβές πλέον αποφασίζει το Κράτος, αφού πάρει τις γνώμες των κοινωνικών εταίρων. Θέλουμε το σύντομο «ξεπάγωμα» της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, ώστε να επιτελέσει την κοινωνική της αποστολή, επιστρέφοντας στην συμβατική της μορφή και μεταφέροντας τον καθορισμό του κατώτατου μισθού πίσω στην αρμοδιότητα των κοινωνικών εταίρων.

• Στις κλαδικές διαπραγματεύσεις, ίσως η πιο δραματική από τις τροποποιήσεις που έφερε το μνημόνιο ήταν η αναστολή της δυνατότητας επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων με Υπουργική Απόφαση, η οποία «πάγωσε» με τον ν. 4024/2011. Όλοι ταχθήκαμε εναντίον της αναστολής, καθώς ο περιορισμός της εφαρμογής μόνο στα μέλη των οργανώσεων, αποτελούσε και αποτελεί αντικίνητρο πρώτης γραμμής για την υπογραφή νέων Συλλογικών Συμβάσεων. Ο λόγος είναι απλός: Η ουσιαστική κατάργηση της επέκτασης σημαίνει ότι η οποιαδήποτε κλαδική σύμβαση ισχύει μόνο για τα μέλη των οργανώσεων που την υπογράφουν.  Εάν ένα μέλος δεν θέλει να δεσμεύεται από την σύμβαση, αποχωρεί από την οργάνωσή του.  Αντιμετωπίσαμε και εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε θέματα μαζικής αποχώρησης μελών από τους Εμπορικούς Συλλόγους.

• Σε ότι αφορά το άλλο μεγάλο θεσμικό θέμα, αυτό της μετενέργειας, θεωρούμε ότι είναι οι κοινωνικοί εταίροι αυτοί που πρέπει να έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν με συμφωνία τους το περιεχόμενο της μετενέργειας της κάθε συλλογικής σύμβασης.

• Στο γενικότερο πλαίσιο, ζητάμε διορθώσεις στο καθεστώς διαπραγμάτευσης – μεσολάβησης – διαιτησίας και όχι διάλυσή του.  Θέλουμε περισσότερη έμφαση στην διαπραγμάτευση και στην μεσολάβηση παρά στην διαιτησία. Δεν τασσόμαστε υπέρ της υποχρεωτικής διαιτησίας, αλλά ζητούμε διαχρονικά τον σοβαρό περιορισμό της, ώστε να μην υπάρχουν αυθαιρεσίες. Στο κοινό έγγραφο των εργοδοτών προς Υπουργό Εργασίας και Βουλή (16 Δεκεμβρίου 2015) διαμαρτυρηθήκαμε από κοινού για την μην ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, του δικαιώματος στην εκούσια (και όχι υποχρεωτική) διαιτησία. Η υποχρεωτική διαιτησία επαναφέρθηκε μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4303/2014 αλλά το όποιο αποτέλεσμά της θα ισχύει μόνο για τις συμβαλλόμενες εργοδοτικές οργανώσεις και τα μέλη τους, την ώρα που η υπόλοιπη αγορά παραμείνει απελευθερωμένη με όριο τον κατώτατο μισθό των 580 €. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι εργοδοτικές οργανώσεις που θα αφορά η εν λόγω διαιτητική απόφαση, είναι θέμα χρόνου να μείνουν ολοκληρωτικά χωρίς μέλη, δεδομένου ότι αυτά θα υφίστανται ένα σοβαρό –κατά την γνώμη μας αθέμιτο- ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

• Σε ότι αφορά τις επιχειρησιακές συμβάσεις, αν και αυτή τη στιγμή φαίνεται να γίνεται κατάχρηση των συμβάσεων αυτών, προκειμένου να κατέβουν αναγκαστικά οι μισθοί στο επίπεδο των κατώτατων αποδοχών, δεν παύουν να είναι εργαλείο επιβίωσης του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε κάθε περίπτωση θεωρούμε ότι μία Συλλογική Σύμβαση, έστω και με ένωση προσώπων είναι προτιμότερη από την γενίκευση της καταφυγής στην ατομική σύμβαση εργασίας.

B. Κατώτατος Μισθός

Η θέση της ΕΣΕΕ είναι ξεκάθαρη. Προτείνουμε την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού σε δύο χρονικά και ποσοτικά στάδια, τα οποία θα απέχουν τουλάχιστον ένα έτος μεταξύ τους, κατά το πρότυπο των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων του 2008 και του 2010 (ΕΓΣΣΕ 2008: 680,59 €, ΕΓΣΣΕ 2010: 751,39 €).

Η ΕΣΕΕ δεν αντιμετώπισε ποτέ φοβικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, αφού η εν λόγω κίνηση, θα ενισχύσει την κατανάλωση, θα αυξήσει τον τζίρο των επιχειρήσεων και θα επιταχύνει την αύξηση της απασχόλησης, η οποία είναι και το ζητούμενο σήμερα. Αναλυτικότερα:

• Η σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ (μεικτά) θα αναθερμάνει την οικονομία.

• Η ενίσχυση του κατώτατου μισθού συνεπάγεται υψηλότερη καταναλωτική ζήτηση, παράμετρος η οποία θα μπορούσε να αναχαιτίσει τις αποπληθωριστικές πιέσεις.

• Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα προκαλούσε τόνωση της ζήτησης και του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων στην αγορά, ενώ ταυτόχρονα θα εισέρεαν επιπλέον έσοδα στα δημόσια ταμεία, από τον ΦΠΑ.

• Οι ΜμΕ του εμπορίου προτιμούν τους τοπικούς προμηθευτές, αναγνωρίζοντας εμπράκτως πως η «ανακύκλωση» του χρήματος εντός της ελληνικής αγοράς βοηθάει πρωτίστως την ελληνική οικονομία.

Η επιβάρυνση των εργοδοτών από την αύξηση του κατώτατου μισθού, θα μπορούσε να αντισταθμιστεί εν μέρει μεσοπρόθεσμα τόσο από την επιδότηση της εργασίας (αντί της ανεργίας), όσο και από την ενίσχυση.

Γ. Ομαδικές Απολύσεις

• Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο είναι σύμφωνο με τα διεθνή πρότυπα εργασίας. Φυσικά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των επιχειρήσεων σε περίπτωση αναδιάρθρωσης ή/και σε περιόδους συγχωνεύσεων και εξαγορών.

• Εξακολουθούμε να στηρίζουμε την συμφωνία της Γενεύης.  Ζητούμε μεγαλύτερη εμπλοκή του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας.  Συζητούμε την αύξηση του ποσοστού απολύσεων στο 10% μηνιαίως, σε εναρμόνιση και με την σχετική κοινοτική νομοθεσία.

• Επαναβεβαιώνουμε την εμπιστοσύνη μας στην τριμερή διαδικασία του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε πρόσφατα.  Επιβάλλεται η περαιτέρω θεσμική ενίσχυση του ΑΣΕ, ώστε να μπορεί να αναλάβει ευθύνες σε θέματα εργασιακών σχέσεων, απασχόλησης και ανεργίας με την κατάλληλη υποστηρικτή βοήθεια από το ILO.

Δ. Η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας και μηχανισμοί καταπολέμησης

• Η αδήλωτη εργασία που υπήρχε στην Ελλάδα πριν την κρίση δεν έχει καμία σχέση με την αδήλωτη εργασία που υπάρχει σήμερα μετά την κρίση. Τα χαρακτηριστικά που οδηγούν σε αυτή και τα χαρακτηριστικά της άσκησής της έχουν πλέον αλλάξει μαζί με το περιβάλλον εργασίας εντός της κρίσης.

• Διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στις μορφές που αυτή προσλαμβάνει όπως π.χ. οι μεγάλες επιχειρήσεις επεμβαίνουν στα ζητήματα του ωραρίου (μέσω της «στελεχοποίησης» των μισθωτών που αίρει τα τυπικά ωράρια), ενώ οι μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις έχουν μεν σταθερές ώρες λειτουργίας (συνήθως κοινές για εργοδότη και εργαζόμενους) αλλά έχουν ζητήματα ως προς την καταβολή του μισθού και την συχνότητα αυτής.

• Εντός της κρίσης, οφείλουμε να δούμε και τους παράδοξα «θετικούς» ρόλους που παίζει η αδήλωτη εργασία, όπως για παράδειγμα το ότι καταλήγει να συντηρεί ένα μέρος της αγοράς εργασίας, ώστε το αποτέλεσμα να μην είναι δηλωμένο αλλά τουλάχιστον να υπάρχει, όπως π.χ. τα στελέχη των οικογενειακών επιχειρήσεων που δεν είναι πλέον ενεργοί εργαζόμενοι αλλά εργάζονται αδήλωτα και στέκονται κοντά στις επιχειρήσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν την πείρα τους.  Ή οι νέοι με προσόντα που αντί καταφύγουν στη μετανάστευση, επιλέγουν να εργαστούν αδήλωτα, αλλά παραμένουν στη χώρα, μειώνοντας έτσι το brain drain. Ή το γεγονός ότι με τις δυσκολίες στις Τράπεζες, τα capital controls, την έλλειψη ρευστότητας και την σφιγμένη οικονομία, η αδήλωτη εργασία αλλά και η παραοικονομία γενικότερα επιτρέπουν ένα cash flow στην αγορά.  Εννοείται ότι αυτά δεν τα αναφέρουμε για να καθαγιάσουμε την αδήλωτη εργασία.  Τα λέμε γιατί, αν ήταν απόλυτα «μαύρη», η στοχοποίηση και η καταπολέμησή της θα ήταν πιο εύκολη, ενώ όταν έχει «γκρίζα» ή και «λευκά» στοιχεία, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι κατά την γνώμη μας αδύνατον να την πατάξεις, ειδικά μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσης, που προσλαμβάνει διαφορετικά χαρακτηριστικά.

• Ακόμα, όμως, και δεδομένων των παραπάνω, υπάρχουν τρόποι να περιοριστεί η αδήλωτη εργασία στην χώρα, εάν εστιάσουμε σε προφανείς στόχους και ρεαλιστικούς σκοπούς:

– Μέσω της πάταξης του εμφανούς παραεμπορίου και του λαθρεμπορίου (π.χ. παράνομα εισαγόμενα προϊόντα, τσιγάρα) καθώς και των προϊόντων που εισάγονται καθημερινά στην χώρα από τις διασυνοριακές μετακινήσεις.  Τα παράνομα αυτά προϊόντα μπορούν να διοχετευθούν στην κατανάλωση μόνο μέσω της αδήλωτης εργασίας και άρα ο έλεγχος της εισαγωγής και της διάθεσής τους θα μειώσει άμεσα και την αδήλωτη εργασία.

– Να υπάρχει πραγματική ενημέρωση των εργοδοτών για τις συνέπειες και τους κινδύνους να απασχολούν αδήλωτα εργαζόμενους. Γνωρίζουν λ.χ. ότι αν απασχολούν ανασφάλιστο εργαζόμενο υπέχουν αστική ευθύνη αποζημίωσης σε περίπτωση κατά την οποία υποστεί εργατικό ατύχημα; Γνωρίζουν δηλαδή ότι αν πάθει ατύχημα μπαίνουν αυτοί στην θέση του ΙΚΑ με την προσωπική τους περιουσία; Γνωρίζουν ότι είναι όμηροι της αδήλωτης απασχόλησης αφού π.χ. δεν μπορούν να λύσουν νόμιμα (διά της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας) την εργασιακή σχέση;

– Το εργόσημο είναι μία λύση και θα καταπολεμήσει άμεσα την αδήλωτη εργασία που κυριαρχεί στην περιστασιακή απασχόληση.  Υπάρχουν αυτή τη στιγμή εργοδότες που δεν θέλουν να είναι παράνομοι και γίνονται από την έλλειψη εναλλακτικής λύσης.  Το εργόσημο είναι τέτοια, δεν έχει γραφειοκρατία και έχει ελεγχόμενο κόστος που μπορεί να αναλάβει ο καθένας.

– Το πρόστιμο των 10.500€ για την μη καταχώριση εργαζόμενου στον πίνακα προσωπικού είναι εξωπραγματικό και θέτει ζητήματα συνταγματικότητας, αφού δεν επιτρέπεται καν η προηγούμενη ακρόαση του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί εισπρακτικό μέτρο και όχι μέτρο καταπολέμησης της αδήλωτης εργασίας. Από την εμπειρία μας πλέον τα εισπρακτικά μέτρα πάντα αποτυγχάνουν.

– Θα μπορούσαν να συζητηθούν με την εργατική πλευρά σύμφωνα απασχόλησης που ως σκοπό τους θα έχουν τη μείωση του κόστους αλλά και την διευθέτηση των ωραρίων ειδικά για αυτές τις επιχειρήσεις και με σκοπό την διάσωσή τους και την διάσωση των θέσεων εργασίας τους.

Τέλος, δείτε τον πίνακα του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ (επισυνάπτεται) που δείχνει ξεκάθαρα την εξέλιξη του κατώτατου μισθού και τη σχέση με το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα τη περίοδο 2000-2016 και βγάλτε όλοι τα συμπεράσματα σας.

Αρχεία προς λήψη