Η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας παρέδωσε στην Αναπληρώτρια Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κα Ράνια Αντωνοπούλου κατά την συνάντηση που είχαν σήμερα, 4 Οκτωβρίου, υπόμνημα θέσεων και προτάσεων στο τελικό κείμενο του σχεδίου νόμου «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και Ανάπτυξη των Φορέων της και άλλες διατάξεις».  Με αυτό, η Συνομοσπονδία συμφωνεί επί της αρχής του σχεδίου νόμου και ειδικότερα ότι η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία είναι ένας τομέας ο οποίος πρέπει να αναπτυχθεί στην χώρα μας και έχει προοπτική μπροστά της, αποφέροντας διπλή χρησιμότητα στον πληγέντα από την κρίση ελληνικό λαό, πλην όμως αυτό πρέπει να γίνει μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο καλής και σταθερής λειτουργίας με κανόνες οι οποίοι θα γίνονται σεβαστοί από τους συμμετέχοντες και θα λαμβάνουν υπόψη τις λοιπές συνισταμένες της αγοράς και της κοινωνίας.

Ο Πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Βασίλης Κορκίδης κατά τη συνάντηση δήλωσε ότι, το ζητούμενο σήμερα είναι πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να κρατήσει τους νέους άνεργους με υψηλά προσόντα, αλλά και να φέρει πίσω τα καλύτερα μυαλά της, ώστε να σταματήσει το εκτεταμένο φαινόμενο της μετανάστευσης 190.000 επαγγελματιών στο εξωτερικό, εκ των οποίων τα 3/4 είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου και από το «brain drain» να προσπαθήσουμε να περάσουμε στο «brain gain».

Στο πνεύμα αυτό, οι κατ’ άρθρο θέσεις της ΕΣΕΕ επί του σχεδίου νόμου έχουν ως εξής:

Άρθρο 1

  • Στην παράγραφο 1 αναφέρεται ότι σκοπός του νόμου είναι η ανάπτυξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος που διευκολύνει την συμμετοχή όσων πολιτών το επιθυμούν σε παραγωγικές δραστηριότητες.  Δεν ορίζεται επαρκώς και σταθερά, ποιο είναι το ευνοϊκό περιβάλλον, τι φύσης είναι οι παρεπόμενες «οικονομικές δραστηριότητες» και ποια είναι η έννοια και τα χαρακτηριστικά του συμμετέχοντος «πολίτη».  Οι ασαφείς προσδιορισμοί, έτσι όπως εντοπίζονται εδώ μπορούν να προκαλέσουν πολλαπλές ασταθείς ερμηνείες του νόμου, οι οποίες, με την σειρά τους, προκαλούν ανασφάλεια του περιεχομένου του.
  • Στην παράγραφο 2β το σχέδιο αναφέρεται σε δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος ενίσχυσης των «παραγωγικών εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης».  Και πάλι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία καινοφανή και ασαφή νομικά έννοια που, στο ευρύ περιεχόμενό της, αντί να ευνοήσει την κοινωνική οικονομία, μπορεί να ωθήσει σε ανεξέλεγκτες δραστηριότητες εκτός του πραγματικού περιεχομένου της.

Άρθρο 2

  • Στην παράγραφο 1 επιχειρείται ο καθορισμός της έννοιας της «κοινωνικής και αλληλέγγυας Οικονομίας».  Σύμφωνα με το σχέδιο, αυτή είναι το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης και επανεπένδυσης, βασισμένη στις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, καθώς και του σεβασμού στον άνθρωπο και το περιβάλλον.
  • Και εδώ παρατηρούμε ότι η επεξήγηση του ορισμού «κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία» μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα ερμηνείας από αυτά που προσπαθεί να αποσαφηνίσει, καθώς παρά το πλούσιο λεξιλόγιο του ορισμού, λίγα είναι τα συμπεράσματα τα οποία αβίαστα βγαίνουν.
  • Στην παράγραφο 2Δ αναφέρεται ότι οι φορείς πρέπει να προάγουν την αρχή «ίση αμοιβή για ισόχρονη εργασία» και να μεριμνούν για τη σύγκληση στην αμοιβή της εργασίας, εφαρμόζοντας σύστημα αμοιβών για τους συμμετέχοντες, κατά το οποίο ο ανώτατος καθαρός μισθός δεν μπορεί να υπερβαίνει περισσότερο από τρεις φορές τον κατώτατο, εκτός αν αποφασίσουν διαφορετικά τα 2/3 των μελών της Γενικής Συνέλευσης του Φορέα. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και σε οποιασδήποτε μορφής σύμπραξη δύο ή περισσότερων νομικών προσώπων ή ενώσεων προσώπων.  Βλέπουμε εδώ μία απόκλιση από την γενική αρχή των νομικών προσώπων ότι η Γενική Συνέλευση εποπτεύει την διοίκηση και δεν ασκεί διαχείριση (ώστε να παίρνει αποφάσεις σαν αυτές που της επιφυλάσσονται εδώ) και ένα σύστημα αμοιβών, το οποίο μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αποδοτικότητα του φορέα, χωρίς στην ουσία να εξασφαλίζει τίποτα.  Θεωρούμε περισσότερο επιτυχημένη την προηγούμενη διατύπωση του σχεδίου, η οποία είχε ως εξής: «Προάγουν την αρχή «ίση αμοιβή για ίσης αξίας εργασία», μεριμνούν για τη σύγκλιση στην αμοιβή της εργασίας, εφαρμόζοντας σύστημα αμοιβών που ρυθμίζει δίκαια την αναλογία ανώτατης προς κατώτατη αμοιβή για τους συμμετέχοντες. Η υποχρέωση αυτή ισχύει και σε οποιασδήποτε μορφής σύμπραξη δύο ή περισσότερων νομικών προσώπων».

Στην νέα σε σχέση με το προηγούμενο σχέδιο παράγραφο 6δ, αναφέρεται ως παράγοντας βιώσιμης ανάπτυξης το δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο, με όλες τις δυνατές εναλλακτικές μορφές ανταλλαγής. Συγκεκριμένα, ως δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο ορίζεται «η βασισμένη στο διάλογο, τη διαφάνεια και τον αλληλοσεβασμό εμπορική σύμπραξη, που επιδιώκει μεγαλύτερη ισοτιμία στο διεθνές και εγχώριο εμπόριο. Συνεισφέρει στην βιώσιμη ανάπτυξη, προσφέροντας καλύτερους όρους εμπορίας των προϊόντων και διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων παραγωγών και εργαζομένων. Παράλληλα αναπτύσσει συνολικές αλυσίδες αξίας, από τον παραγωγό έως και τον καταναλωτή των προϊόντων, όχι με στόχο την συσσώρευση κέρδους, αλλά τη δημιουργία εναλλακτικών εμπορικών σχέσεων για την ποιοτική κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, στην βάση της αμοιβαιότητας, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.»

Η ως άνω περιγραφόμενη προσπάθεια ανάπτυξης του ορισμού του «δίκαιου και αλληλέγγυου εμπορίου» από το νέο τροποποιημένο σχέδιο δεν αίρει τις ανησυχίες μας.  Προφανώς και η δραστηριότητα δεν ορίζεται από το τι προσπαθεί να επιτύχει, όπως γίνεται εδώ, αλλά από το πώς ασκείται.  Όλες αυτές οι αναφερόμενες προσεγγίσεις, από μόνες τους είναι δεκτικές πολλών υποκειμενικών ερμηνειών αντί μίας ενιαίας αντικειμενικής.

Εμείς ως δίκαιο εμπόριο θεωρούμε το εμπόριο που λειτουργεί μέσα σε κανόνες, εποπτεύεται και εξυπηρετείται από θεσμούς, καταβάλλει τους φόρους που του αναλογούν στην κοινωνία και προσφέρει ασφαλή και δηλωμένη εργασία πλήρους απασχόλησης.  Ωστόσο, στα πλαίσια του σχεδίου νόμου δεν προκύπτει αυτή η ερμηνεία από όλους.  Θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί από ορισμένους ότι δίκαιο και αλληλέγγυο εμπόριο είναι το αλήστου μνήμης «Κίνημα της Πατάτας», δηλαδή η δήθεν αυτοδιάθεση των προϊόντων από τον παραγωγό στην κατανάλωση χωρίς μεσάζοντες, που στην ουσία ήταν ένα τεράστιο παζάρι, χωρίς έλεγχο, χωρίς παραστατικά και φυσικά χωρίς κανένα εχέγγυο τόσο προέλευσης όσο και ποιότητας των προϊόντων, οι δε τιμές διάθεσης βρέθηκε τελικά να μην υπολείπονται –αν δεν ξεπερνούσαν- αυτές των λαϊκών αγορών.  Οι μέχρι τώρα περιγραφόμενες ενέργειες κυμάνθηκαν εξ’ ορισμού στο επίπεδο της τυχοδιωκτικής κερδοσκοπίας από άτομα που μόνο παραγωγοί δεν ήταν, ανταγωνιζόμενοι αθέμιτα τις οργανωμένες επιχειρήσεις διάθεσης αντίστοιχων προϊόντων και υποβοηθούμενοι από Δημάρχους, οι οποίοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να επιδείξουν «κοινωνικό πρόσωπο» χωρίς πολλή σοβαρότητα όμως και με μπόλικη δόση λαϊκισμού.  Αυτός είναι και ο σημαντικότερος λόγος που η σχετική «επανάσταση» τελικά εκφυλίστηκε, αφού όμως πρώτα είχε κάνει την ζημιά της. Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι στην οποιαδήποτε υποβοήθηση –έστω και αθέλητη- από το σχέδιο νόμου ανάλογων πρακτικών και παρακαλούμε να ληφθεί η ανάλογη μέριμνα για την προστασία του οργανωμένου εμπορίου της κάθε περιοχής και την καθιέρωση του αντίστοιχου θεσμικού ελέγχου.

  • Στο νέο σχέδιο έχει προστεθεί παράγραφος 10, σύμφωνα με την οποία ως «κοινωνικός αντίκτυπος» ορίζεται η παραγόμενη συλλογική και κοινωνική ωφέλεια που κομίζει η δραστηριότητα του Φορέα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας σε οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο στις τοπικές κοινωνίες. Ως «Εργαλείο Μέτρησης Κοινωνικού Αντικτύπου» ορίζεται το μοντέλο παρακολούθησης του κοινωνικού αντικτύπου, που ο κάθε φορέας οφείλει να συμπληρώνει ετησίως, με σκοπό τη βελτίωση των διαδικασιών λειτουργίας του και την ενδυνάμωση των δραστηριοτήτων του. Ακολούθως, με Υπουργική Απόφαση καθορίζονται τα τεχνικά ζητήματα και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του.

Επειδή βεβαίως, ο κοινωνικός αντίκτυπος δεν είναι ζήτημα μονομερές αλλά πολυσυλλεκτικό, θεωρούμε αυτονόητο ότι για την εκτίμηση του βάθους του θα προστεθούν συνολικά οι απόψεις της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας, μέσα από τους θεσμοθετημένους φορείς εκπροσώπησής της.  Ανάλογο περιεχόμενο πρέπει να προσλάβει και η προτεινόμενη Υπουργική Απόφαση.

Άρθρο 3

Στο άρθρο 3 παράγραφος 1 αναφέρεται ότι φορείς της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας μπορούν να είναικαι οι επίσημες ενώσεις προσώπων, δηλαδή τα σωματεία και τα ιδρύματα.  Η διατύπωση του νόμου ωστόσο αφήνει περιθώριο και για άλλες –ενδεχομένως ανεπίσημες- ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν τις σχετικά αναφερόμενες δραστηριότητες.  Θεωρούμε ότι το σύστημα πρέπει να είναι τυπικό και τυποποιημένο, υπό την έννοια ότι –όταν πρόκειται για συλλογικούς φορείς- θα πρέπει ρητά να αποκλειστούν οι ενώσεις προσώπων που δεν έχουν νομική προσωπικότητα και να επιτραπούν μόνο οι τυπικά και νομικά κατοχυρωμένοι και εγγεγραμμένοι φορείς.

Άρθρα 4 και 5

Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4, οι Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, με την εγγραφή τους στο Μητρώο  έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση από το Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας, το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης και απολαμβάνουν των Υποστηρικτικών Μέτρων του σχετικού άρθρου.  Παράλληλα, μπορούν να εντάσσονται σε προγράμματα στήριξης της επιχειρηματικότητας και σε προγράμματα του ΟΑΕΔ για τη στήριξη της εργασίας.

Συνακόλουθα, στην παράγραφο 3 του άρθρου 5, προβλέπεται ότι οι συμβαλλόμενοι φορείς για την εκτέλεση προγραμματικών συμβάσεων μπορεί να χρηματοδοτούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων μέσω προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται αμιγώς από εθνικούς πόρους, τον Τακτικό Προϋπολογισμό ή άλλα εθνικά ή περιφερειακά προγράμματα, καθώς και από τους προϋπολογισμούς των συμβαλλόμενων φορέων. Είναι δυνατή η χρηματοδότηση των συμβαλλομένων και από φορείς του δημόσιου τομέα που δεν μετέχουν στην προγραμματική σύμβαση.

Θεωρούμε ότι η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία ναι μεν πρέπει να έχει πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης, αλλά δεν θα πρέπει να στερεί έσοδα από τους λοιπούς φορείς της πραγματικής οικονομίας που μετέχουν σε αυτές.  Παράλληλα, έχουμε την γνώμη ότι οι φορείς κοινωνικής Οικονομίας δεν είναι σωστό να εκμεταλλεύονται προγράμματα του ΟΑΕΔ, όταν εκπροσωπούν πρόσωπα τα οποία δεν καταβάλλουν κατά βάση εισφορές στον Οργανισμό.  Οι συγκεκριμένοι πόροι θα πρέπει να επιφυλάσσονται μόνο σε όσους φορείς εκπροσωπούν εργαζομένους και εργοδότες σε ευρεία βάση, οι οποίοι εμμέσως χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις δράσεις του Οργανισμού.

Άρθρο 11

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπουν τα σχετικά με την σύσταση της Εθνικής Επιτροπής για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία.  Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι αποτελείται από τον Υπουργό Εργασίας ως Πρόεδρο, τον Πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ, τον Διοικητή του ΟΑΕΔ, από έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος, έναν εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία, έναν εκπρόσωπο της ΓΣΕΕ, τον Πρόεδρο της Συνόδου Πρυτάνεων, ένα μέλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης και από ένα εκπρόσωπο κάθε Ένωσης Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας. Εκτός αυτών, μόνο περιστασιακά επιτρέπεται η παρουσία άλλων φορέων στις εργασίες της Επιτροπής.  Δεδομένου ότι εκ των κοινωνικών εταίρων που υπογράφουν την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μετέχει μόνο η ΓΣΕΕ, προτείνουμε να συμπληρωθεί το σχέδιο νόμου ώστε να εξασφαλιστεί στην σύνθεση της Επιτροπής και η παρουσία των λοιπών κοινωνικών εταίρων, έστω και υπό καθεστώς παρατηρητή.

Άρθρο 19

Στο άρθρο 19 παρ. 5 προβλέπεται ότι οι αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής που αντίκεινται στον παρόντα νόμο, στο ν. 1667/1986, όπως ισχύει, σε αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και στο καταστατικό είναι ακυρώσιμες και παράγουν έννομα αποτελέσματα μέχρι τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης. Οι αποφάσεις της προσβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας 60 ημερών από τη δημοσίευσή τους, ενώπιον του κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.  Η διάταξη αυτή, έτσι όπως τίθεται με την αντίθεση στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και στο καταστατικό, δεν διασφαλίζει καθόλου τους καλόπιστους τρίτους που συναλλάσσονται με την Κοιν.Σ.Επ. καθώς δίνει την εντύπωση ότι ακόμα και οι αποφάσεις αυτές είναι άκυρες, εφόσον η ακυρότητα αναγνωριστεί από το δικαστήριο.  Εκτός αυτού, αντιβαίνει στην γενικότερη αρχή των νομικών προσώπων ότι, η διοίκηση διαχειρίζεται και η Γενική Συνέλευση εποπτεύει και μπορεί να προκαλέσει προβλήματα ακόμα και στην ίδια την λειτουργία των Κοιν.Σ.Επ.  Προτιμότερο είναι, η ευθύνη της διοικούσας επιτροπής να είναι «εσωτερική» και να μην καλύπτει τους καλόπιστους τρίτους που συναλλάσσονται με την Κοιν.Σ.Επ.

Άρθρο 29

Το ίδιο επαναλαμβάνεται (άρθρο 29 παρ. 5) και για τον Συνεταιρισμό των Εργαζομένων, όπου οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν αντίστοιχη αντιμετώπιση.  Ισχύει και εδώ το ως άνω σχόλιό μας ότι η αντίθεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου σε σχέση με αυτές της Γενικής Συνέλευσης δεν μπορεί να είναι λόγος ακυρωσίας, ειδικά για τους καλόπιστους τρίτους.  Και αυτή η πρόνοια είναι κατά την γνώμη μας αντίθετη στις γενικές αρχές που διέπουν τα νομικά πρόσωπα στην χώρα μας, εισάγοντας ουσιαστική διαχειριστική εξουσία στην Γενική Συνέλευση.