Η αναβλητικότητα της αξιολόγησης εδώ και πέντε μήνες έχει δημιουργήσει μία αβεβαιότητα και ανασφάλεια, που έχουν εγκλωβίσει την ελληνική επιχειρηματικότητα ατό να λειτουργεί ξανά και ξανά σε μία αγορά της οποίας ο τζίρος μειώνεται συνεχώς, μαζί με τη ρευστότητα και τις καταθέσεις, ενώ διαρκώς αυξάνονται «κόκκινα» δάνεια, ληξιπρόθεσμες οφειλές και λουκέτα, για τα οποία δε έχει νόημα να κάνουμε πλέον προβλέψεις, αφού σε μία τραυματισμένη πραγματική οικονομία είναι εμφανές ότι, μετά από τόσα και τόσα, το κακό συνεχίζει να γίνεται.

Το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς έχει πλέον οριστικά χαθεί και ενδέχεται να χαθεί και οικονομικά όλη η χρονιά. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, το διάστημα αυτό είναι αρκετό για να εντείνει την ύφεση που παρουσιάστηκε στο τέλος του 2016, αλλά και για να μεταβάλλει τον αρχικό στόχο για ανάπτυξη 2,7% σε αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 0,5% και 1,5% ανάλογα με το πότε και το πώς θα κλείσει η αξιολόγηση.

Είναι σαφές ότι η διαπραγμάτευση μας έχει φορτώσει όλους με άγχος, αφού οι επιπτώσεις της καθυστέρησης αποτυπώνονται έντονα στο αρνητικό ισοζύγιο εγγραφών στο ΓΕΜΗ και προσλήψεων – αποχωρήσεων με λιγότερες θέσεις πλήρους απασχόλησης, στη μεγάλη πτώση της κατανάλωσης, το δίμηνο Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου, όταν η εκπτωτική περίοδος έκλεισε με μείωση -20% σε σύγκριση με το 2016 – ποσοστό που, δυστυχώς, μας επιστρέφει στα επίπεδα του -21% της χειμερινής εκπτωτικής περιόδου 2012-2013. Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος υποχώρησε σημαντικά στις 92,9 από τις 95,1 μονάδες, φτάνοντας στο επίπεδο που βρέθηκε το Νοέμβριο του περασμένου έτους, ενώ ο όγκος πωλήσεων στα τρόφιμα μειώθηκε κατά 9,8%. Βέβαια, πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει η πραγματικότητα της σκληρής καθημερινότητας που έχει παγιωθεί στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και υπονομεύει επικίνδυνα τη βιωσιμότητά τους. Από την αρχή του έτους ο κύκλος και ο όγκος εργασιών στο ελληνικό εμπόριο κινούνται πτωτικά σε πολλούς υποκλάδους όπως σε καταστήματα τροφίμων, ποτών και καπνού 10% – 11%, σε πολυκαταστήματα 8% – 9%, σε καταστήματα ηλεκτρονικών, επίπλων και οικιακού εξοπλισμού 5% – 6% και σε καταστήματα καλλυντικών και φαρμακευτικών 3% – 4%.

Αρά το γεγονός ότι η αγορά συνεχίζει και θα συνεχίσει και μετά το Πάσχα να ανεβαίνει τον δικό της Γολγοθά, είναι παρήγορο ότι σε γενικές γραμμές οι τιμές των τροφίμων παραμένουν σταθερές σε σύγκριση με πέρυσι, παρά τις μετατάξεις πολλών βασικών αγαθών στον υψηλό συντελεστή ΦΠΑ 24%, αλλά και την επανεμφάνιση μετά από χρόνια κατά 1,2% – 1,3% του πληθωρισμού. Δεν αναμένεται βεβαίως κανένα θαύμα από την πασχαλινή κίνηση στην αγορά, καθώς και από την αρχή του χρόνου διακατέχεται από ένα αρνητικό καταναλωτικό κλίμα, πληρώνοντας έτσι για άλλη μια φορά ακριβά το κόστος της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης. Η αγορά το μόνο που περιμένει είναι η καταβολή του δώρου του Πάσχα στον ιδιωτικό τομέα, ενώ όλοι οι καταναλωτές είναι πολύ συγκρατημένοι και φοβισμένοι από τις παλιές και νέες αυξημένες φορολογικές και ασφαλιστικές απαιτήσεις που επιβάλλουν οι δανειστές μέσω της κυβέρνησης. Όλα δείχνουν ότι και φέτος οι Έλληνες θα συμβιβαστούμε με τον εορτασμό του Πάσχα της Ορθοδοξίας και την ανάσταση του Κυρίου, αφού η οικονομική «ανάσταση» της ελληνικής αγοράς θα αργήσει πολύ ακόμα.

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Βασίλη Κορκίδη στην εφημερίδα «Ειδήσεις» – 6/4/2017