Η 81η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ανοίγει τις πύλες για να υποδεχτεί εκθέτες και επισκέπτες και να αποτελέσει για ακόμα μία χρονιά σημείο αναφοράς για την οικονομική ζωή του τόπου. Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει ο Σεπτέμβριος, αρχίζουμε να καταγράφουμε τα οικονομικό δεδομένα της προηγούμενης χρονιάς – για να προβούμε στον απαραίτητο απολογισμό – και σχεδιάζουμε τις πρωτοβουλίες της επόμενης χρόνιας. Δυστυχώς η οχταετία της κρίσης καθιστά την εκάστοτε ΔΕΘ ως σημείο απολογισμού μίας οικονομίας σε διαρκή επιδείνωση και ο σχεδιασμός για το μέλλον ενίοτε φαντάζει μία αδιέξοδη προβολή ελπίδων για το μέλλον. Αυτό πρέπει να το αλλάξουμε – ή καλύτερα οφείλουμε να το αλλάξουμε.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, η ΔΕΘ, αποτελεί κόμβο για την απαρχή συνεργασιών με ισχυρούς ξένους εκθεσιακούς οργανισμούς, για την οργάνωση εθνικών συμμετοχών στις μεγαλύτερες διεθνείς εκθέσεις της Ευρώπης και των Βαλκανίων, όπως επίσης και για τον συντονισμό επιχειρηματικών αποστολών στο εξωτερικό, την στήριξη κλαδικών εκθέσεων, την παρουσίαση καινοτομιών από την εγχώρια αγορά και βεβαίως την ανάπτυξη πολιτιστικών δράσεων. Η φετινή διοργάνωση καλύπτει όλες τις πτυχές της εγχώριας παραγωγής και επιχειρηματικότητας, με τους παραγωγικούς φορείς της χώρας να διαδραματίζουν εξέχοντα και πρωταγωνιστικό ρόλο. Η συμμετέχουσα πλέον ΕΣΕΕ συγχαίρει τους διοργανωτές της 81ης ΔΕΘ και εύχεται καλή επιτυχία σε εκθέτες και επισκέπτες, με πολλές και επικερδείς εμπορικές συμφωνίες για το σύνολο της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Το επιχειρηματικό περιβάλλον εντός του οποίου πραγματοποιείται η 81η ΔΕΘ δεν είναι ευνοϊκό, μετρώντας ήδη τις συνέπειες της συνεχιζόμενης ύφεσης.  Συνολικά, για τις εμπορικές επιχειρήσεις του Εισαγωγικού και Εξαγωγικού Λιανικού  Εμπορίου, οι θερινές απώλειες τζίρου σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο ανέρχονται στα περίπου 830 εκ. ευρώ.  Επίσης, η Βιομηχανία την τελευταία διετία (Ιούνιος 2016/2014) εμφάνισε μείωση τζίρου της τάξεως του -20,7%. Στο πεδίο των εξαγωγών σημειώθηκε ετήσια πτώση στη διάρκεια των δύο πρώτων θερινών μηνών της τάξεως των 230 εκ. ευρώ (ή -5,0%), με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν στα 4,35 δις ευρώ. Όσον αφορά στις εισαγωγές, η συνολική εικόνα των δύο πρώτων μηνών του τρέχοντος καλοκαιριού είναι βελτιωμένη σε σχέση με το 2015 (+350 εκ. ευρώ), εξαιτίας της επιβολής των Capital Controls τον Ιούλιο του 2015, τα οποία συρρίκνωσαν δραματικά κάθε εισαγωγική δραστηριότητα. Γενικότερα και η φετινή διοργάνωση της έκθεσης, πραγματοποιείται υπό την απειλή των επιπτώσεων μιας «νεκρής» οικονομικά περιόδου, με ενδείξεις για νέα λουκέτα, επιχειρηματική μετανάστευση και αυξημένη ανεργία.

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η εφετινή ΔΕΘ θα καταδείξει τις τάσεις και την πορεία της οικονομίας προς την ανάπτυξη, που τόσο χρειάζεται ο τόπος για να αντιμετωπίσει τα επικίνδυνα απόνερα της κρίσης.  Ο επιχειρηματικός κόσμος διψά να ακούσει από τον Πρωθυπουργό και τους πολιτικούς αρχηγούς για τις προοπτικές του μέλλοντος, αντί για τις αμαρτίες του παρελθόντος. Οι άνθρωποι της αγοράς παλεύουμε να προχωρήσουμε μπροστά, χωρίς να κοιτάμε συνεχώς τις σκιές πίσω μας. Ιδιαίτερα αγωνιούμε να μάθουμε ποια θα είναι η στάση της χώρας στην επικείμενη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, πως θα ξεκολλήσουμε από την ύφεση και την ανεξέλεγκτη φορο-κεντρική πολιτική, καθώς και πότε θα συζητηθεί το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους, γεγονός που θα καθορίσει τον οικονομικό-πολιτικό προσανατολισμό της χώρας μας στο μέλλον.  Ο χρόνος για την ελληνική αγορά μετρά αντίστροφα και ελπίζουμε οι προτάσεις των φορέων της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας να εισακουστούν και να συμπεριληφθούν στους σχεδιασμούς και στις επικείμενες υλοποιήσεις. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι το ασφυκτικό πλαίσιο των περασμένων ετών θα αρχίσει σταδιακά να χαλαρώνει και ότι θα καταφέρουμε σύντομα να βρεθούμε σε συνθήκες, όπου η ανάκαμψη δεν θα φαντάζει μία μακρινή προοπτική.

Για τον λόγο αυτό η ΕΣΕΕ μετέχει στο δημόσιο διάλογο της ΔΕΘ με τρείς προτάσεις που έχουν ήδη κατατεθεί τόσο σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση όσο και στους «θεσμούς» και οι οποίες πιστεύουμε μπορούν να δώσουν ανάσα σε πολλούς συναδέλφους που βρίσκονται σε αδιέξοδο και να ενισχύσουν την απασχόληση.

Η πρώτη πρόταση αφορά στη θεσμοθέτηση και λειτουργία ενός ειδικού  «ακατάσχετου» αλλά ουσιαστικά «τροφοδότη λογαριασμού» δημοσίου και λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης. Πολύ συγκεκριμένα αναφερόμαστε στην  παροχή δυνατότητας γνωστοποίησης ενός λογαριασμού σε πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος θα μπορεί, ακόμη και μετά την εντολή δέσμευσης, να τροφοδοτεί τις βασικές λειτουργίες της επιχείρησης με πάγιες τραπεζικές εντολές (πληρωμή: μισθοδοσίας, οφειλών προς το Δημόσιο και Ασφαλιστικά ταμεία, λογαριασμοί ΔΕΚΟ, ενοικίων και προμηθευτών). Τη σύνδεση του εν λόγω λογαριασμού με τις εισπράξεις της επιχείρησης από χρήση πλαστικού χρήματος και e-banking εκ μέρους των καταναλωτών. Τον καθορισμό ποσοστού, αναφορικά με το ύψος του ακατάσχετου ποσού, βάσει των απολογιστικών δεδομένων της οικονομικής λειτουργίας κάθε επιχείρησης.

Η δεύτερη πρόταση αφορά σε μία βελτιωμένη έκδοση της «βοήθειας» από τη ρύθμιση των 100 δόσεων για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία. Ζητούμενο θα πρέπει να είναι η άμεση αναστολή της ισχύος των δυσμενών προϋποθέσεων που κάνουν πιο εύκολη την απένταξη των οφειλετών και άρχισαν να εφαρμόζονται από 1/7/2016 καθώς και διάσωση της υφιστάμενης ρύθμισης των 100 δόσεων μέχρι και 31/12/2017. Η ΕΣΕΕ προτείνει την δημιουργία ειδικής επιτροπής στο Υπουργείο που θα κρίνει το βάθος της ευθύνης των οφειλετών για την απώλεια της ρύθμισης και θα αποφασίζει με ευρείες δυνατότητες και ελαστικά κριτήρια για την επανένταξή τους.

Η τρίτη πρόταση σχετίζεται με την ανάγκη υπογραφής μίας νέας συμφωνίας για την απασχόληση μεταξύ κοινωνικών εταίρων και Κυβέρνησης, η οποία να διέπεται από την αρχή της «επιδότησης της απασχόλησης αντί της ανεργίας» και να εντάσσεται στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των ζητημάτων της αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού της χώρας με την παράλληλη στήριξη της επιχειρηματικότητας. Η πρόσφατη συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και ΟΑΕΔ για το σχεδιασμό και την ωρίμανση δράσεων ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, οι οποίες ενσωματώνουν καινοτομίες ικανές να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητά τους, είναι πράγματι ένα καλό παράδειγμα συνεργασίας. Θεωρούμε ότι αυτή η ευκαιρία θα πρέπει να διευρυνθεί περαιτέρω, καθώς όταν ετοιμάζονται δράσεις για την αγορά, είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να υπάρχει γνώση των αναγκών της αλλά και των βέλτιστων τρόπων προσέγγισής της, ένα γνωστικό κεφάλαιο που διασφαλίζεται με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων.

 

Άρθρο του Προέδρου της ΕΣΕΕ κ. Βασίλη Κορκίδη για την εφημερίδα Δημοπρασιών & Πλειστηριασμών στις 9 Σεπτεμβρίου 2016